Η LIFO ξαναανέβασε ένα παλιότερο podcast του Φώτη Σεργουλόπουλου με τη Μονίκ, μια τρανς γυναίκα, και κάτω από την ανάρτηση, και όχι μόνο, ξεχύθηκε για ακόμη μία φορά όλος ο τρανσφοβικός βόθρος των social media.
Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τη Μονίκ, δεν ξέρουν τίποτα για τη ζωή της, δεν τους έχει κάνει απολύτως τίποτα, αισθάνονται ότι έχουν το δικαίωμα να τη χλευάσουν, να την εξευτελίσουν, να την απαξιώσουν και κάποιοι ακόμη και να εύχονται να δυστυχήσει ή να μην υπάρχει. Γιατί; Επειδή είναι τρανς.
Αυτό είναι το μοναδικό πράγμα για το οποίο κατηγορειται και δικάζεται. Δεν τους πήρε τίποτα, δεν τους επέβαλε τίποτα, δεν μπήκε στη ζωή τους. Απλώς επέλεξε να ζήσει τη δική της ζωή όπως θέλει και αυτό φαίνεται πως είναι αρκετό για να προκαλέσει τόσο μίσος.
Και μέσα σε όλα, έχουμε και τους ισαποστάκιδες κρυφορατσιστές, που βαφτίζουν την τρανσφοβία "άποψη", την προσβολή "χιούμορ" και τη ρητορική μίσους ως "ελευθερία του λόγου".
Όταν εύχεσαι σε έναν άγνωστο συνάνθρωπο σου δυστυχία ή να εξαφανιστεί επειδή είναι τρανς, είναι μίσος. Και το πιο τρομακτικό δεν είναι μόνο ότι κάποιοι μισούν έναν άνθρωπο που δεν τους έχει κάνει τίποτα, αλλά ότι θεωρούν πως έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν δημόσια και να απαιτούν να απολογηθεί επειδή υπάρχει.
Η Μονίκ και η κάθε Μονίκ δεν χρειάζεται την άδειά κανενός για να ζήσει, όπως και κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται την έγκριση κανενός για να είναι ο εαυτός του ελεύθερα.
Και μετά, όταν μαθαίνουμε ότι ένα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο έπεσε θύμα επίθεσης ή όταν βρίσκουμε νεκρό ένα τρανς άτομο, ντεμέκ πέφτουμε από τα σύννεφα, βάζουμε δακρυσμένα emoji και γράφουμε κάτι για το πόσο έχουμε σοκαριστεί. Αυτή η υποκρισία περισσεύει.
Ανθρωποφαγία.
Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη
