Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Οι δηλώσεις του Άρη Πορτοσάλτε στιγματίζουν, κακοποιούν και συνιστούν μορφή βίας κατά των τρανς/φυλοδιαφορετικών ατόμων για λόγους έκφρασης ή ταυτότητας φύλου

 

«Τα φύλα εκ φύσεως είναι δύο, τέλος. Τώρα, εάν κάποιος, κάποια έχει θέμα με το φύλο του, τότε καταφεύγει στον ψυχολόγο, στον ψυχίατρό του, τέλος. Δεν μας αφορά, είναι δικό του θέμα…»

Η δήλωση αυτή του Άρη Πορτοσάλτε, επαναφέρει έναν αντιεπιστημονικό και θεσμικά ξεπερασμένο λόγο, που αντιμετωπίζει την ταυτότητα φύλου ως «πρόβλημα» και τον άνθρωπο που αποκλίνει από την κυρίαρχη αντίληψη για τα φύλα ως ένα πρόσωπο που χρήζει ψυχιατρικής αντιμετώπισης.

Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε τις τελευταίες ημέρες γύρω από την επιλογή φύλου στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ, μετατράπηκε σε ακόμη ένα πεδίο σύγκρουσης γύρω από το φύλο, την έκφραση και την ταυτότητα φύλου, με εξιλαστήρια θύματα, για άλλη μία φορά, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Χθες, σε εκπομπή του ΣΚΑΪ, η συζήτηση πήρε ακόμη πιο προβληματική τροπή. Ο δημοσιογράφος Άρης Πορτοσάλτε, σχολιάζοντας το ζήτημα στον αέρα του τηλεοπτικού σταθμού, δήλωσε ότι «τα φύλα εκ φύσεως είναι δύο» και ότι όποιος έχει «θέμα με το φύλο του» καταφεύγει στον ψυχολόγο ή στον ψυχίατρο του. Όταν κάποιοι από τους συνομιλητές του πάνελ επισήμαναν ότι η διατύπωση είναι προσβλητική, επέμεινε στη θέση του και επανέλαβε όσα είχε προαναφέρει.

Εδώ όμως υπάρχει ένα κρίσιμο όριο. Η ελευθερία της έκφρασης μπορεί να προστατεύει την άποψη ενός ατόμου, όμως, δεν μετατρέπει την κάθε άποψη σε επιστημονικό γεγονός και κυρίως, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να παρουσιάζεται μια ολόκληρη κατηγορία συνανθρώπων μας, όπως είναι τα ΛΟΑΤΚΙ+ και ιδιαίτερα τα τρανς και φυλοδιαφορετικά πρόσωπα ως ψυχιατρικό «πρόβλημα». Η διαφωνία σχετικά με το φύλο, τη βιολογία, την κοινωνική κατασκευή είναι εν μέρει θεμιτό αντικείμενο δημόσιου διαλόγου. Η απόδοση όμως ψυχιατρικής παθολογίας σε ανθρώπους λόγω της έκφρασης ή της ταυτότητας φύλου τους, είναι διαφορετικό ζήτημα και οφείλει να αξιολογείται με βάση τα σημερινά επιστημονικά δεδομένα και το ισχύον πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η επιστήμη εδώ και χρόνια έχει ήδη δώσει τις απαντήσεις της. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), με τον αναθεωρημένο ICD-11 τον Ιούνιου του 2018, έκανε μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο ταξινομείται η ασυμφωνία φύλου. Το ονομαζόμενο πλέον «gender incongruence», μετακινήθηκε έξω από το κεφάλαιο των ψυχικών και συμπεριφορικών διαταραχών και εντάχθηκε στο κεφάλαιο «Conditions related to sexual health». Ο ίδιος ο ΠΟΥ εξηγεί ότι η αλλαγή αυτή αντανακλά τη σύγχρονη κατανόηση και αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση της πρόσβασης των τρανς προσώπων σε κατάλληλες και προσβάσιμες υπηρεσίες υγείας. Ο ΠΟΥ είναι ακόμη σαφέστερος στο σχετικό ενημερωτικό υλικό του, τα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι η ασυμφωνία φύλου δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή, ενώ η ταξινόμησή της ως τέτοια μπορεί να προκαλεί σημαντικό στιγματισμό, συνεπώς και κακοποίηση, στα τρανς άτομα.

Ένα τρανς πρόσωπο, μπορεί να χρειαστεί την παροχή υπηρεσιών από έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας, όπως και κάθε άλλος άνθρωπος. Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από το να υποδεικνύεται η ψυχιατρική ως ο προορισμός επειδή κάποιο άτομο έχει διαφορετική έκφραση ή ταυτότητα φύλου. Το πρώτο αφορά την ψυχική υγεία και τις πραγματικές ανάγκες ενός συγκεκριμένου ανθρώπου, ενώ το δεύτερο την ταυτοτική υπόσταση του ατόμου. Επομένως, η σύγχυση αυτών των δύο πραγμάτων δεν είναι επιστημονική θέση, αλλά παθολογικοποίηση και ψυχιατρικοποίηση της ταυτότητας του.

Για πολλές δεκαετίες, τα τρανς πρόσωπα αντιμετωπιζόταν μέσα από ένα ιατρικό και ψυχιατρικό μοντέλο που θεωρούσε την απόκλιση από το φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση ως διαταραχή. Αυτό το μοντέλο δεν εξαφανίστηκε επειδή κάποιος αποφάσισε πολιτικά ότι «δεν είναι πλέον της μόδας», αλλά υποχώρησε λόγω του ότι η επιστημονική γνώση έχει την ιδιότητα, ευτυχώς για την ανθρωπότητα, να εξελίσσεται και ο ICD-11 αποτελεί χαρακτηριστικό θεσμικό αποτύπωμα αυτής της εξέλιξης. Ο ΠΟΥ αντικατέστησε τον παλαιότερο όρο «transsexualism» με ον όρο «gender incongruence» και τοποθέτησε την ασυμφωνία φύλου εκτός των ψυχικών και συμπεριφορικών διαταραχών.

Έτσι πλέον, η ταυτότητα φύλου δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ψυχική ασθένεια. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η φράση «έχεις θέμα με το φύλο σου, πήγαινε στον ψυχίατρο» δεν είναι ουδέτερη, αλλά αναπαράγει, στην προκειμένη περίπτωση σε επίπεδο δημόσιου λόγου, το ακριβώς αντίθετο από αυτό που έχει ακολουθήσει η σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης μάλιστα, έχει χαρακτηρίσει την απομάκρυνση της διαταραχής ταυτότητας φύλου από την κατηγορία των ψυχικών ασθενειών στον ICD-11, ως ένα πολύ σημαντικό βήμα προς την αποπαθολογικοποίηση και αποψυχιατρικοποίηση των τρανς προσώπων, κάτι το οποίο μάλιστα όπως αναφέρει, καθυστέρησε να γίνει.

Το ζήτημα όμως, δεν είναι μόνο επιστημονικό, αλλά και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, με τη Σύσταση CM/Rec(2010)5, έχει θεσπίσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου. Η Σύσταση καλεί τα κράτη μέλη να υιοθετούν και να εφαρμόζουν μέτρα κατά των διακρίσεων και να διασφαλίζουν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων.

Ειδικά για τον τομέα της υγείας, η Σύσταση προβλέπει ότι τα κράτη πρέπει να εξασφαλίζουν την υψηλότερη δυνατή στάθμη υγείας χωρίς διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και να εξασφαλίζουν στα τρανς πρόσωπα ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες υγειονομικής φροντίδας. Επίσης πολύ σημαντικό είναι ότι η Σύσταση ζητά από τα κράτη να λαμβάνουν μέτρα κατά εκφράσεων που μπορούν ευλόγως να θεωρηθούν ότι υποκινούν, διαδίδουν ή προωθούν μίσος ή άλλες μορφές διάκρισης κατά ΛΟΑΤΚΙ+ συνανθρώπων μας, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι όλα αυτά πρέπει να εφαρμόζονται με σεβασμό στην ελευθερία της έκφρασης και στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.

Ο κύριος Πορτοσάλτε σε προσωπικό επίπεδο, μπορεί να έχει όποια άποψη θέλει σχετικά με τα φύλα, όμως δεν μπορεί αυτή η άποψη να παρουσιάζεται δημόσια σε τηλεοπτικό κανάλι και ώρα υψηλής τηλεθέασης, ως επιστημονική αλήθεια, όταν αυτή συγκρούεται με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση και δεν μπορεί να παθολογικοποιεί και να ψυχιατρικοποιεί μια ευάλωτη κοινωνική ομάδα.

Επιπλέον, επί του θέματος της αποψυχιατρικοποίησης της ταυτότητας φύλου, έχει πάρει θέσει και ο Συνήγορος του Πολίτη. Ο Συνήγορος, ως Ανεξάρτητη Αρχή που έχει θεσμικά επιφορτιστεί με την προώθηση και παρακολούθηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, έχει ήδη τοποθετηθεί με εξαιρετικά σαφή τρόπο. Στις 6 Ιουνίου 2025, ο Συνήγορος του Πολίτη δημοσιοποίησε τα συμπεράσματα της διερεύνησης υπόθεσης που αφορούσε τον αποκλεισμό διεμφυλικών υποψηφίων προσώπων από την εισαγωγή στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Ελληνικής Αστυνομίας. Η υπόθεση είχε ξεκινήσει το 2018, κατόπιν αναφοράς του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ).

Ιδιαίτερα σημαντικό, είναι το επιστημονικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Συνήγορος του Πολίτη. Επικαλούμενος τις επικαιροποιημένες, διεθνούς αποδοχής επιστημονικές θέσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας, αναφέρει ρητά ότι «η διεμφυλικότητα δεν αποτελεί διαταραχή ψυχιατρικής φύσεως», ούτε αναπηρία ούτε χρόνια πάθηση. Επιπλέον, επισημαίνει ότι οι σχετικές αποφάσεις του ICD-11 θα έπρεπε να εφαρμόζονται στην Ελλάδα από την 1η Ιανουαρίου του 2022.

Ο Συνήγορος, αφού εξέτασε ακριβώς όλες τις συνέπειες της αντίθετης αντίληψης, διαπίστωσε ότι το Π.Δ. 11/2014 εξακολουθούσε να εντάσσει τη διεμφυλικότητα, υπό τον παλαιότερο όρο «διαταραχή ταυτότητας φύλου», στις ψυχικές παθήσεις και ειδικότερα στις ψυχοσεξουαλικές διαταραχές. Επιπλέον διαπίστωσε ότι ο αποκλεισμός διεμφυλικών υποψηφίων ατόμων μόνο λόγω της διεμφυλικότητάς τους, χωρίς εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασης της υγείας τους και χωρίς αξιολόγηση των σωματικών τους επιδόσεων μέσω των προβλεπόμενων αθλητικών δοκιμασιών, συνιστά άμεση διάκριση λόγω ταυτότητας φύλου και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης στην πρόσβαση στην εργασία.

Επομένως, όταν σήμερα ένας δημόσιος λόγος επαναφέρει την αντίληψη ότι ο άνθρωπος που έχει διαφορετική ταυτότητα φύλου «έχει θέμα» και πρέπει να απευθυνθεί στον ψυχίατρο, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια εντελώς καινούργια ιδέα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντίληψη της οποίας τις θεσμικές συνέπειες η ίδια η ελληνική Πολιτεία έχει ήδη κληθεί να αντιμετωπίσει.

Υπάρχει, λοιπόν, μια ειρωνεία που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ενώ η ανεξάρτητη αρχή της χώρας καταγράφει θεσμικά ότι η παθολογικοποίηση της διεμφυλικότητας οδηγεί σε διακρίσεις και ζητά την ευθυγράμμιση του ελληνικού κανονιστικού πλαισίου με τις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, ένας δημόσιος λόγος του 2026 εξακολουθεί να επιστρέφει στην ίδια ακριβώς λογική: «έχεις θέμα με το φύλο σου, πήγαινε στον ψυχίατρο». Αυτό δεν είναι απλώς επιστροφή σε μια παλιά ορολογία. Είναι επιστροφή σε μια παλιά αντίληψη για τον άνθρωπο, και αυτή η αντίληψη έχει ήδη κριθεί επιστημονικά και θεσμικά ανεπαρκής.

Επίσης, και η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), έχει ήδη ζητήσει την πλήρη αποψυχιατρικοποίηση των τρανς ταυτοτήτων. Η ΕΕΔΑ έχει ασχοληθεί εδώ και χρόνια με το ζήτημα της παθολογικοποίησης των τρανς ταυτοτήτων. Ήδη από την Έκθεσή της του 2015 με τίτλο «Διεμφυλικά Άτομα και Νομική Αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου», αφιέρωσε ειδική ενότητα στο ζήτημα της αντιμετώπισης της διεμφυλικότητας ως ψυχικής διαταραχής.

Η Εθνική μας Επιτροπή κατέγραφε την τότε κατάσταση, κατά την οποία η διεφυλικότητα εξακολουθούσε να ταξινομείται στο πλαίσιο των ψυχικών διαταραχών, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε την επιστημονική και δικαιωματική ανάγκη απομάκρυνσης από αυτή την προσέγγιση. Στις συστάσεις της περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, η «αποκατηγοριοποίηση της διεμφυλικότητας», καθώς και η προστασία των τρανς ατόμων από διακρίσεις και φυσικά η νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου χωρίς εξαναγκαστικές χειρουργικές ή άλλες ιατρικές προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανόμενης της ορμονοληψίας.

Επιπλέον, σε μεταγενέστερη Έκθεση Αναφοράς για την Κατάσταση των Γυναικών στην Ελλάδα, η ΕΕΔΑ επανήλθε στο ζήτημα της ταξινόμησης της ταυτότητας φύλου και συνέδεσε ρητά την ανάγκη μεταρρύθμισης του ελληνικού πλαισίου με τις εξελίξεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Η Επιτροπή αναφέρεται στην ανάγκη προσαρμογής της ελληνικής πραγματικότητας στη σύγχρονη αντίληψη περί σεξουαλικής υγείας και ταυτότητας φύλου και στην απομάκρυνση της παλαιάς ορολογίας περί «διαταραχής ταυτότητας φύλου».

Ακόμη πολύ σημαντικό είναι ότι στις συστάσεις της ΕΕΔΑ γίνεται αναφορά στην ενσωμάτωση του ICD-11 «σε εναρμόνιση με τις σύγχρονες εξελίξεις για την πλήρη αποψυχιατρικοποίηση των τρανς ταυτοτήτων».

Και εδώ δεν μιλάμε μόνο για διεθνείς οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά τον κορυφαίο εθνικό μας Θεσμό προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, ο οποίος έχει ήδη ζητήσει την πλήρη αποψυχιατρικοποίηση των τρανς ταυτοτήτων και την εναρμόνιση της χώρας με τον ICD-11.

Επομένως, όταν σήμερα ένας δημόσιος λόγος παρουσιάζει την ταυτότητα φύλου ως «πρόβλημα» που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από ψυχίατρο, δεν βρίσκεται απλώς απέναντι σε μια διαφορετική κοινωνική άποψη, αλλά σε μια επιστημονική και θεσμική εξέλιξη που έχει αναγνωριστεί και στο εσωτερικό της ίδιας της ελληνικής Πολιτείας.

Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Ελληνική Πολιτεία έχει υιοθετήσει Εθνική Στρατηγική για την Ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+, η οποία βασίζεται στην αρχή της ισότητας και στην απαγόρευση των διακρίσεων λόγω, μεταξύ άλλων, σεξουαλικού προσανατολισμού, έκφρασης, ταυτότητας και χαρακτηριστικών φύλου. Η Στρατηγική εντάσσει την προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στο πλαίσιο των συνταγματικών, ευρωπαϊκών και διεθνών υποχρεώσεων της χώρας.

Ασφαλώς θα υπάρξουν κάποιοι και κάποιες που θα υποστηρίξουν ότι πρόκειται απλώς για μια «άποψη». Όμως, ελευθερία της έκφρασης δεν σημαίνει ότι κάθε δήλωση απαλλάσσεται από κριτική, επιστημονικό έλεγχο ή νομική αξιολόγηση. Το ίδιο το Συμβούλιο της Ευρώπης, στη Σύσταση CM/Rec(2010)5, αναγνωρίζει την ανάγκη καταπολέμησης εκφράσεων που μπορεί να προωθούν μίσος ή διακρίσεις, ενώ ταυτόχρονα απαιτεί σεβασμό στην ελευθερία της έκφρασης.

 Όταν λοιπόν η έκφραση ή η ταυτότητα φύλου ενός ατόμου παρουσιάζεται δημόσια ως «πρόβλημα», ως κάτι που χρήζει ψυχιατρικής αντιμετώπισης ή ως μια κατάσταση που το ίδιο το άτομο θα πρέπει να «διορθώσει», ο λόγος αυτός δεν είναι ουδέτερος, αντιθέτως στιγματίζει, κακοποιεί και συνιστά μορφή βίας λόγω έκφρασης ή ταυτότητας φύλου, διότι αμφισβητεί την ίδια την ταυτοτική υπόσταση του ανθρώπου. Και αυτή η αμφισβήτηση έχει πραγματικές συνέπειες. Ο στιγματιστικός λόγος δεν μένει πάντοτε μόνο στις λέξεις, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτισμική και δομική βία, επειδή νομιμοποιεί την αντίληψη ότι μια συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων είναι λιγότερο φυσιολογική, λιγότερο αξιακά ισότιμη ή χρήζει «διόρθωσης». Όταν λοιπόν μια τέτοια αντίληψη επαναλαμβάνεται δημόσια, ενισχύει το κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν διακρίσεις, αποκλεισμοί, παρενοχλήσεις και φυσική βία.

Εδώ όμως χρειάζεται να χειριστούμε το όλο ζήτημα με τη σοβαρότητα που του αρμόζει και όχι με λαϊκισμούς. Η δημόσια ρητορική γύρω από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες δεν βρίσκεται, ευτυχώς πλέον, σε ένα απολύτως κενό νομικό πεδίο. Υπάρχει ένα ευρύτερο πλέγμα προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της προσωπικότητας, της ισότητας και της μη διάκρισης, και κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να αξιολογηθεί από τα αρμόδια όργανα με βάση το πραγματικό της περιεχόμενο.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, όταν ένας άνθρωπος με σημαντικό δημόσιο βήμα μιλά για μια κοινωνική ομάδα, δεν υπάρχει ισότητα ισχύος ανάμεσα στον ομιλητή και σε εκείνα τα άτομα που περιγράφονται και ξέρετε, ο τηλεοπτικός λόγος έχει πολλαπλασιαστική δύναμη. Ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι συχνά δεν έχει ούτε τηλεοπτικό στούντιο, ούτε καθημερινή εκπομπή, ούτε τη δυνατότητα να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό η δημόσια συζήτηση για τα δικαιώματα των τρανς προσώπων δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως ένα παιχνίδι τηλεθέασης, όπου ο ισχυρότερος έχει πάντοτε το τελευταίο λόγο.

Από το συγκεκριμένο ζήτημα όμως, δεν μπορεί να μείνει απ’ έξω ο ίδιος ο ΣΚΑΪ. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση δεν έγινε σε ιδιωτικό χώρο, ούτε σε μια προσωπική συζήτηση μεταξύ φίλων. Έγινε δημόσια, τηλεοπτικά, στο πλαίσιο του προγράμματος ενός από τα μεγαλύτερα ενημερωτικά μέσα της χώρας, από δημοσιογράφο που συμμετέχει και εργάζεται στο πρόγραμμά του. Επομένως, πέρα από την προσωπική ευθύνη του ίδιου του προσώπου που διατύπωσε τη συγκεκριμένη άποψη, θα πρέπει και το ίδιο το μέσο να απαντήσεις σε ένα εύλογο θεσμικό ερώτημα: Ποια είναι η θέση του ΣΚΑΪ απέναντι σε αυτή τη δημόσια τοποθέτηση του κυρίου Πορτοσάλτε;

Δεν ζητώ σε καμία περίπτωση από ένα μέσο ενημέρωσης να επιβάλει στους δημοσιογράφους του συγκεκριμένη πολιτική ή κοινωνική θέση. Αυτό όμως που ζητώ είναι να τοποθετείται όταν στο πλαίσιο του προγράμματός του διατυπώνονται δημόσια απόψεις που παρουσιάζουν την ταυτότητα μιας κοινωνικής ομάδας ως ψυχιατρικό «πρόβλημα».

Σε μια δημοσιογραφική επιχείρηση που έχει ως αντικείμενο την ενημέρωση των πολιτών, το κοινό δικαιούται να γνωρίζει εάν η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποτελεί απλώς προσωπική άποψη του δημοσιογράφου ή εάν ο σταθμός θεωρεί αποδεκτό να παρουσιάζεται, μέσα από το πρόγραμμά του, η έκφραση ή η ταυτότητα φύλου ως ζήτημα που χρήζει ψυχιατρικής αντιμετώπισης.

·         Εκφράζει η συγκεκριμένη τοποθέτηση τον δημοσιογράφο που την έκανε ή και το μέσο στο οποίο έγινε;

·         Θεωρεί ο ΣΚΑΪ ότι η ταυτότητα φύλου μπορεί να παρουσιάζεται ως «πρόβλημα» που χρήζει ψυχιατρικής αντιμετώπισης;

·        Και, κυρίως, θεωρεί ο σταθμός ότι τέτοιες τοποθετήσεις συνάδουν με τις αρχές της σύγχρονης επιστήμης, της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, της ισότητας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας;

Και για να προλάβω κάποιες και κάποιους, να αναφέρω ότι δεν ζητώ φίμωση, αλλά λογοδοσία.

Τέλος, και η ΕΣΗΕΑ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, θα πρέπει να εξετάσει τη συμπεριφορά και τις δημόσιες τοποθετήσεις του δημοσιογράφου Άρη Πορτοσάλτε, υπό το πρίσμα των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας και των αρχών της μη διάκρισης, της ισότητας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Παράλληλα, καλείται κατά την κρίση και τις αρμοδιότητές της, να προβεί σε κάθε πρόσφορη θεσμική ενέργεια που θα συμβάλει στην αποτροπή της αναπαραγωγής, μέσω του δημοσιογραφικού λόγου, στιγματιστικών και παθολογικοποιητικών αντιλήψεων εις βάρος των τρανς και φυλοδιαφορετικών ανθρώπων, ιδίως όταν αυτές παρουσιάζονται ως επιστημονικά ή κοινωνικά δεδομένα και όχι ως προσωπικές αξιολογικές κρίσεις.

Κλείνοντας, είμαι σίγουρη ότι θα υπάρξουν άτομα που θα χαρακτηρίσουν όλα τα παραπάνω ως «woke». Μπορούμε όμως να αποδίδουμε έναν τέτοιο χαρακτηρισμό όταν μιλάμε για ανθρώπινα δικαιώματα; Σαφώς και όχι. Η προστασία από διακρίσεις λόγω έκφρασης ή ταυτότητας φύλου δεν είναι κάποια «μόδα», αλλά αντικείμενο θεσμικών κειμένων και η  ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου.

Τα τρανς άτομα δεν χρειαζόμαστε την άδεια κανενός για να υπάρχουμε. Ούτε και χρειαζόμαστε «τηλεοπτική αποδοχή» για την αξιοπρέπεια μας. Αυτό που χρειαζόμαστε, όπως και κάθε άνθρωπος, είναι  ισότητα ενώπιον του νόμου, πρόσβαση στην υγεία, προστασία από διακρίσεις, και σεβασμό στην προσωπικότητα και στην αξιοπρέπειά μας.

Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

Τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ξανά στο στόχαστρο. Η πολιτική της ρητορικής μίσους και του φόβου

Σύντομο σχόλιο:  Πάντοτε, σε κάθε προεκλογική περίοδο εμφανίζονται κάποιοι, που στην προσπάθειά τους να αντλήσουν ψήφους από τα πιο σκοτεινά...