Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαντά στην οπισθοδρόμηση και στην καταπάτηση των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων



Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), επί της νομοθεσίας της Ουγγαρίας (LXXIX/2021) για την αποκαλούμενη «ΛΟΑΤ προπαγάνδα" (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας – υπόθεση C-769/22), συνιστά μία από τις πιο καθαρές τοποθετήσεις του ενωσιακού δικαίου απέναντι σε φαινόμενα θεσμικής οπισθοδρόμησης.

Το ΔΕΕ, δεν περιορίστηκε σε έναν τυπικό έλεγχο συμβατότητας με επιμέρους οδηγίες, αλλά προσέγγισε τη ρύθμιση υπό το πρίσμα του άρθρου 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αναδεικνύοντας ότι οι θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και κυρίως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισότητα και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι δεσμευτικές. Με τον τρόπο αυτό, το ΔΕΕ επιβεβαιώνει ότι δεν υφίσταται «ρυθμιστική ουδετερότητα" όταν το αποτέλεσμα μιας εθνικής ρύθμισης είναι ο στιγματισμός και ο αποκλεισμός μίας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας.

Ειδικότερα, η εξίσωση της ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητας με επιβλαβές περιεχόμενο για ανηλίκους, κρίθηκε ότι προσβάλλει τον πυρήνα δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και η αρχή της μη διάκρισης. Η επίκληση της "προστασίας των ανηλίκων" αποδομείται νομικά, καθώς δεν μπορεί να λειτουργήσει ως γενική ρήτρα περιορισμού όταν στερείται αναλογικότητας και οδηγεί σε συστηματική αποσιώπηση ταυτοτήτων και εμπειριών.

Η σημασία της απόφασης, ωστόσο, υπερβαίνει τα στενά όρια της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου καταγράφεται τα τελευταία χρόνια μια σαφής τάση οπισθοχώρησης σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων. Η νομική γλώσσα της «προστασίας", της «παράδοσης" ή της «δημόσιας ηθικής", επανέρχεται ως εργαλείο αναδιάρθρωσης του πεδίου των δικαιωμάτων, επιχειρώντας να μετατοπίσει το όριο του ανεκτού.

Σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση του ΔΕΕ λειτουργεί ως ανάχωμα. Θέτει σαφή όρια στην επίκληση της εθνικής ταυτότητας ή της διακριτικής ευχέρειας των κρατών-μελών, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή στην Ένωση προϋποθέτει συμμόρφωση με ένα κοινό αξιακό και νομικό κεκτημένο.

Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αφήνει εκτός την Ελλάδα. Τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται μια εμφανής νομοθετική αδράνεια σε ό,τι αφορά την περαιτέρω κατοχύρωση και διεύρυνση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων και, ευρύτερα, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η απουσία ουσιαστικών πρωτοβουλιών δεν είναι καθόλου ουδέτερη. Δημιουργεί ένα κενό, το οποίο συχνά καταλαμβάνεται από την εντεινόμενη ρητορική μίσους στον δημόσιο λόγο, ακόμη και από πολιτικά πρόσωπα.

Η εμπειρία δείχνει ότι η οπισθοδρόμηση δεν εκδηλώνεται πάντοτε μέσω αιφνίδιων, θεαματικών τομών. Συχνότερα, συντελείται μέσω της σταδιακής αποδυνάμωσης των εγγυήσεων, της καθυστέρησης θεσμικών παρεμβάσεων και της κανονικοποίησης λόγων που στοχοποιούν ευάλωτες ομάδες. Η απουσία εξέλιξης του δικαίου, σε συνδυασμό με την όξυνση του δημόσιου λόγου, μπορεί να λειτουργήσει ως προθάλαμος περιορισμών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση του ΔΕΕ δεν αφορά μόνο την υποχρέωση συμμόρφωσης ενός κράτους-μέλους, της Ουγγαρίας στην προκειμένη περίπτωση, αλλά αποτελεί ένα ερμηνευτικό εργαλείο και ένα πολιτικό μήνυμα προς το σύνολο της ΕΕ, ότι τα δικαιώματα δεν είναι στατικά, αλλά απαιτούν διαρκή εγρήγορση και ότι η αδράνεια ιδικά σε περιόδους οπισθοδρόμησης, είναι συνενοχή.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη 

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Diversity News 


Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Τι μας δείχνει πραγματικά η νέα ετήσια Έκθεση 2025 της Επιθεώρησης Εργασίας;



Η ετήσια Έκθεση της Επιθεώρηση Εργασίας, θα λέγαμε ότι είναι ο καθρέφτης της εγχώριας κατάστασης των εργασιακών σχέσεων, ενός πεδίου όπου το δίκαιο δοκιμάζεται καθημερινά απέναντι στην πράξη..

Τα ευρήματα της Έκθεσης, είτε αφορούν την μορφή της εργασίας (είτε αυτή είναι δηλωμένη, είτε αδήλωτη), είτε τις παραβάσεις σε ζητήματα ωραρίων, ασφάλειας και υγείας, είτε ακόμη και τις μορφές παρενόχλησης, άνισης μεταχείρισης και διάκρισης, αναδεικνύουν για άλλη μία φορά το σταθερό συμπέρασμα, πως, η ύπαρξη των κανόνων, των νόμων δηλαδή, δεν εγγυάται την εφαρμογή τους στην πράξη. Και εκεί ακριβώς εδράζεται η έννοια του κράτους δικαίου στον χώρο της εργασίας.

Σε νομικό επίπεδο, η ελληνική έννομη τάξη διαθέτει ένα εκτενές πλέγμα προστασίας μέσα από το Σύνταγμα μας και τις διατάξεις περί ανθρώπινης αξίας και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, έως την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών οδηγιών για την ίση μεταχείριση, την υγεία, την ασφάλεια και την προστασία από διακρίσεις. Ωστόσο, η Έκθεση του 2025 καταδεικνύει με σαφήνεια ότι η κανονιστική επάρκεια δεν συνοδεύεται πάντοτε από θεσμική αποτελεσματικότητα.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο ποσοτικό, δεν είναι δηλαδή απλώς ο αριθμός των ελέγχων ή των επιβαλλόμενων κυρώσεων. Είναι βαθιά ποιοτικό, καθώς αφορά το κατά πόσο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν αποτρεπτικά, το κατά πόσο τα εργαζόμενα πρόσωπα αισθάνονται ασφάλεια να καταγγείλουν περιστατικά παραβιάσεων και κατά πόσο η εργασία τελικά αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η διάσταση των διακρίσεων και της παρενόχλησης στον χώρο εργασίας. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί με την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών προτύπων, η πραγματικότητα δείχνει ότι άτομα που ανήκουν σε πιο ευάλωτες ομάδες όπως γυναίκες και θηλυκότητες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ανάπηρα άτομα, εργαζόμενα άτομα με μεταναστευτικό/προσφυγικό προφίλ, Ρομά κλπ, εξακολουθούν να βιώνουν πολλαπλούς και διαθεματικούς αποκλεισμούς.

Η μη καταγραφή ή υποκαταγραφή τέτοιων περιστατικών δεν αναιρεί την ύπαρξή τους, αντίθετα αναδεικνύει τα όρια των υφιστάμενων μηχανισμών. Και ιδιαίτερα στην περίπτωση των τρανς ατόμων, το ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ή εάν υπάρξουν είναι μηδαμινά, είναι αποκαλυπτική καθώς δεν πρόκειται για απουσία διακρίσεων ή παρενοχλήσεων κατά τρανς ατόμων, αλλά για απουσία πρόσβασης των ατόμων αυτών στην εργασία. Όταν ένα σημαντικό μέρος της τρανς κοινότητας αποκλείεται ήδη από την είσοδο ή τη διατήρηση στην εργασία, τότε είναι αναμενόμενο να μην εμφανίζεται στις καταγραφές παραβιάσεων. Η αορατότητα αυτή είναι και το πιο σκληρό αποτύπωμα ενός δομικού αποκλεισμού που προηγείται της ίδιας της παραβίασης δικαιωμάτων.

Και εδώ ακριβώς εισέρχεται η πολιτική διάσταση. Η εργασία είναι χώρος άσκησης εξουσίας, διαπραγμάτευσης δικαιωμάτων και, πολλές φορές, αναπαραγωγής ανισοτήτων. Όταν η παραβατικότητα εμφανίζεται ως «κανονικότητα", τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο εργοδοτικό, είναι θεσμικό και εν τέλει είναι πρόβλημα δημοκρατίας.


Τι μπορεί να κάνει η Πολιτεία:

  • Ενίσχυση της θεσμικής ανεξαρτησίας και των πόρων της Επιθεώρησης Εργασίας, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα και η αμεροληψία των ελέγχων.
  • Συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση περιστατικών διακρίσεων στον χώρο εργασίας, με ειδική έμφαση στη διαθεματικότητα (φύλο, έκφραση/ταυτότητα/χαρατηριστικά φύλου, σεξουαλικό προσανατολισμό, αναπηρία, εθνική καταγωγή κ.λπ.).
  • Εναρμόνιση και ενίσχυση του εθνικού πλαισίου με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ιδίως ως προς την εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας από παρενόχληση.
  • Εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση τόσο των επιχειρήσεων και οργανισμών, όσο και των εργαζομένων προσώπων, με στόχο τη μετάβαση από την τυπική συμμόρφωση, σε ουσιαστική κουλτούρα σεβασμού των δικαιωμάτων.
  • Θεσμοθέτηση αποτελεσματικών και προσβάσιμων μηχανισμών καταγγελιών, που να διασφαλίζουν την προστασία από αντίποινα και την εμπιστευτικότητα.
  • Στενότερη συνεργασία με Ανεξάρτητες Αρχές όπως η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), κοινωνικούς εταίρους και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, για την ανάπτυξη συνεκτικών πολιτικών προστασίας της εργασίας ως ανθρώπινου δικαιώματος.

Η εργασία συνιστά θεμελιώδη έκφανση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της προσωπικής αυτονομίας, όπως κατοχυρώνεται μέσα από το στο Σύνταγμα, αλλά και στο εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο και η διασφάλιση της ισότητας, της ασφάλειας και της ουσιαστικής προστασίας στον χώρο εργασίας, αποτελεί δεσμευτική υποχρέωση της Πολιτείας και των θεσμών, που απορρέει άμεσα από το κράτος δικαίου και την αρχή της μη διάκρισης.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Diversity News 


Τι γίνεται με τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου στην Κύπρο;

  Η πορεία προς τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου στην Κύπρο, αποτελεί μια σημαντική θεσμική αλλαγή που χρειάστηκε αρκετά χρόνια για...