Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Αμβρόσιος: Ο Χρυσός Σταυρός υπό τη σκιά μιας αμετάκλητης καταδίκης


 Διαβάζω πως, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, με απόφαση της χθες 26 Αυγούστου 2026, αποφάσισε να απονείμει στον πρώην Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο τον «Χρυσούν Σταυρόν μετά Αστέρος του Παρασήμου του Αποστόλου Παύλου της Εκκλησίας της Ελλάδος», με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών αρχιερατικής διακονίας. Η απόφαση αυτή, θέτει ένα ζήτημα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένας θεσμός αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στην τιμητική αναγνώριση, τη θεσμική λογοδοσία, αλλά και την εκκλησιαστική πειθαρχία.

Από την οπτική της Εκκλησίας και των πιστών που αναγνωρίζουν την αξία μιας πεντηκονταετούς αρχιερατικής πορείας, η απόφαση για τιμητική αναγνώριση λόγω της επετείου αυτής δεν θα προκαλούσε, κατ' αρχήν, κανέναν θεσμικό προβληματισμό. Ο προβληματισμός γεννάται από τα υπόλοιπα στοιχεία που συνοδεύουν τη συγκεκριμένη περίπτωση που δεν πρόκειται απλώς για έναν συνταξιοδοτημένο ιεράρχη με μακρά εκκλησιαστική πορεία, αλλά για ένα πρόσωπο του οποίου οι δημόσιες τοποθετήσεις οδήγησαν σε ποινική διαδικασία, η οποία κατέληξε σε αμετάκλητη καταδίκη για παραβίαση της αντιρατσιστικής νομοθεσίας.

Η σημασία του γεγονότος αυτού δεν είναι τόσο πολιτική, αλλά κυρίως θεσμική. Σε μια δημοκρατική έννομη τάξη, η αμετάκλητη ποινική καταδίκη, αποτελεί το τελικό συμπέρασμα της Δικαιοσύνης έπειτα από πλήρη δικαστικό έλεγχο. Στην περίπτωση του Αμβροσίου, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης ως προς το σκέλος της καταδίκης για παραβίαση του αντιρατσιστικού νόμου, καθιστώντας την ενοχή του αμετάκλητη. Ως προς το αδίκημα της κατάχρησης εκκλησιαστικού αξιώματος, η ποινική δίωξη έπαυσε λόγω νομοθετικών μεταβολών που επήλθαν στο μεταξύ και όχι λόγω ανατροπής των πραγματικών περιστατικών που είχαν αξιολογηθεί δικαστικά.

Η υπόθεση έφθασε και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Lenis κατά Ελλάδας (αριθμός προσφυγής 47833/20). Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ο επίμαχος λόγος δεν μπορούσε καν να τύχει της προστασίας του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί ελευθερίας της έκφρασης. Εφαρμόζοντας το άρθρο 17 της Σύμβασης, που απαγορεύει την καταχρηστική επίκληση των δικαιωμάτων της, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η συγκεκριμένη μορφή λόγου βρίσκεται εκτός του προστατευτικού πεδίου της Σύμβασης.

Με τα δεδομένα αυτά, η ουσία της δημόσιας συζήτησης δεν βρίσκεται στο αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις επίμαχες απόψεις που εξέφρασε κατά καιρούς ο πρώην μητροπολίτης, αλλά το πως αξιολογεί η ίδια η Εκκλησία της Ελλάδος το γεγονός ότι ένας αρχιερέας της καταδικάστηκε αμετάκλητα για λόγο που τόσο τα εθνικά δικαστήρια, όσο  και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο συνέδεσαν με υποκίνηση μίσους λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία ενός δεύτερου, καθαρά θεσμικού ερωτήματος. Όπως ορθά επισήμανε σε ένα εξαιρετικό δημόσιο κείμενο του και ο Βασίλης Σωτηρόπουλος, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την απονομή της διάκρισης αλλά και το εάν ενεργοποιήθηκαν ποτέ οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί εκκλησιαστικής πειθαρχίας. Το άρθρο 44 του ν. 590/1977, σε συνδυασμό με το διατηρούμενο σε ισχύ πλαίσιο του ν. 5383/1932 περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων, προβλέπει ειδικό σύστημα εκκλησιαστικής δικαιοσύνης για την εκδίκαση παραπτωμάτων κληρικών και αρχιερέων που συνδέονται με τα καθήκοντα της ιδιότητάς τους.

Νομικός δεν είμαι,  αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη, από το νομοθετικό αυτό πλαίσιο ίσως δεν προκύπτει ευθέως αυτόματα ότι η Εκκλησία όφειλε υποχρεωτικά να κινήσει πειθαρχική διαδικασία, αυτό ίσως μπορεί να μας το πει καλύτερα ένας έγκριτος νομικός. Όμως, προκύπτει σίγουρα το ερώτημα εάν οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί εξετάστηκαν και ενεργοποιήθηκαν και, σε αρνητική περίπτωση, ποια ήταν η νομική και κανονική αιτιολογία της μη ενεργοποίησής τους. Πιστεύω πως πρόκειται για ένα ερώτημα απολύτως θεμιτό σε ένα κράτος δικαίου και σε έναν θεσμό που διαθέτει οργανωμένο πειθαρχικό σύστημα.

Η απόφαση της απονομής του παρασήμου, όμως, δημιουργεί και μία πρόσθετη ανάγκη αιτιολόγησης. Οι τιμητικές διακρίσεις αποτυπώνουν και μία θεσμική αξιολόγηση. Κάθε παράσημο μεταφέρει ένα μήνυμα, όχι μόνο για την ιστορική διαδρομή του τιμωμένου προσώπου, αλλά και για τις αξίες που επιλέγει να αναδείξει ο απονέμων θεσμός.

Υπό το πρίσμα αυτό, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος οφείλει, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσιας λογοδοσίας, να διευκρινίσει αν έλαβε υπόψη της τόσο την αμετάκλητη ποινική καταδίκη όσο και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου πριν καταλήξει στην απονομή της συγκεκριμένης διάκρισης. Και αν πράγματι τα έλαβε υπόψη, να εξηγήσει με ποιο σκεπτικό έκρινε ότι τα δεδομένα αυτά δεν αποτελούν λόγο αποχής από μία τόσο υψηλή τιμητική αναγνώριση.

Σαφέστατα, κάθε θεσμός έχει το απόλυτο δικαίωμα να λαμβάνει τις δικές του αποφάσεις, καμία και κανένας δεν αντιλέγει σε αυτό. Ταυτόχρονα, όμως, ως θεσμός οφείλει να εξηγεί τις επιλογές του, ιδίως όταν αυτές αφορούν πρόσωπα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής και αμετάκλητης δικαστικής κρίσης.

Στο τέλος της ημέρας όμως, το ερώτημα δεν είναι εαν ο Αμβρόσιος συμπλήρωσε πενήντα χρόνια αρχιερωσύνης, ούτε και αν υπήρξε επί δεκαετίες μία ισχυρή εκκλησιαστική προσωπικότητα. Το πραγματικό ερώτημα είναι το αν η ύψιστη τιμητική διάκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος μπορεί να απονέμεται χωρίς σαφή και πειστική εξήγηση για το πως συμβιβάζεται με μια αμετάκλητη καταδίκη για δημόσιο λόγο που τα ελληνικά δικαστήρια και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκριναν ότι υπερβαίνει τα όρια της προστατευόμενης έκφρασης.

Μέχρι να δοθεί αυτή η απάντηση, η συζήτηση δεν θα αφορά τον τιμώμενο ιεράρχη, αλλά την ίδια την Εκκλησία της Ελλάδος και τα κριτήρια με τα οποία επιλέγει να απονέμει τις υψηλότερες τιμές της.

Διότι στην καρδιά του ζητήματος βρίσκεται η αξιοπιστία ενός θεσμού. Και ενώπιον αυτού του ερωτήματος αποκτούν ιδιαίτερο βάρος τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, ότι στους επισκόπους απαιτείται να είναι «ἀνεπίλημπτοι» και να έχουν «καλήν μαρτυρίαν» (Α΄ Τιμοθέου 3:2,7). Η απονομή ενός παρασήμου αποτελεί πάντοτε μια τιμή. Πριν όμως από αυτό, αποτελεί και μια δημόσια μαρτυρία για τις αξίες που επιλέγει να τιμήσει εκείνος που το απονέμει.

*Το παρόν άρθρο βασίζεται αποκλειστικά σε δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, δικαστικές αποφάσεις, δημοσιευμένες πληροφορίες και επίσημα προσβάσιμη νομολογία.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

Οι δηλώσεις του Άρη Πορτοσάλτε στιγματίζουν, κακοποιούν και συνιστούν μορφή βίας κατά των τρανς/φυλοδιαφορετικών ατόμων για λόγους έκφρασης ή ταυτότητας φύλου

  «Τα φύλα εκ φύσεως είναι δύο, τέλος. Τώρα, εάν κάποιος, κάποια έχει θέμα με το φύλο του, τότε καταφεύγει στον ψυχολόγο, στον ψυχίατρό του,...