Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

Δεν φταίει το ΣτΕ σε όσους δεν αντέχουν ισότητα και δημοκρατία


Αναγνωρίζεται ένας θεσμός, όπως είναι ο γάμος, ενώ αποκόπτονται βασικές νομικές συνέπειες, όπως η γονεϊκότητα.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τον Ν. 5089/2024 που προσπαθεί να ανοίξει ο βουλευτής της Ν.Δ. Μίλτος Χρυσομάλλης με πρόσφατη αρθρογραφία του («Να καταργηθεί ο νόμος για τα ομόφυλα ζευγάρια», «Απογευματινή») και τη λεγόμενη «επιβεβαίωση» των επικριτών του μέσω πρόσφατης απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί ξεκάθαρα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιλεκτικής ανάγνωσης του δικαίου και συνειδητής σύγχυσης της κοινής γνώμης. Διότι η απόφαση του ΣτΕ δεν έκρινε αντισυνταγματική τη νομοθετική πρωτοβουλία για την ισότητα στον γάμο, ούτε περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του νομοθέτη να ρυθμίζει το οικογενειακό δίκαιο με όρους ισότητας. Αντιθέτως, επιβεβαίωσε ακριβώς αυτό, ότι ο κοινός νομοθέτης δύναται να επεκτείνει δικαιώματα, και ότι όταν το πράττει, οφείλει να το κάνει με συνέπεια και χωρίς διακρίσεις.

Η αναφορά στην «αυτόθροη» συνέπεια της υιοθεσίας αποτελεί την αυτονόητη εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Δεν είναι δυνατόν να αναγνωρίζεται ένας θεσμός, όπως είναι ο γάμος, και ταυτόχρονα να αποκόπτονται από αυτόν βασικές νομικές συνέπειες, όπως η γονεϊκότητα. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα συνιστούσε ευθεία παραβίαση της ίσης μεταχείρισης.

Αντίστοιχα παραπλανητική είναι και η επίκληση της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είναι πράγματι ακριβές ότι το Δικαστήριο δεν επιβάλλει στα κράτη την υποχρέωση θέσπισης γάμου ομόφυλων ζευγαριών. Είναι όμως εξίσου ακριβές και συστηματικά αποσιωπάται ότι αναγνωρίζει τα ομόφυλα ζευγάρια ως οικογένεια και υποχρεώνει τα κράτη να διασφαλίζουν την ουσιαστική νομική τους προστασία. Η νομολογία του έχει καταστήσει σαφές ότι, όταν ένα κράτος επιλέγει να ρυθμίσει ένα πεδίο δικαιωμάτων, δεν μπορεί να το πράττει με όρους αποκλεισμού. Η επίκληση, δε, της «ηθικής» ως λόγου περιορισμού δικαιωμάτων, χωρίς τη συνεκτίμηση της αρχής της αναλογικότητας και της σύγχρονης ευρωπαϊκής εξέλιξης, δεν συνιστά νομική επιχειρηματολογία αλλά αναχρονιστική ρητορική.

Ο ισχυρισμός ότι δεν υφίσταται δικαίωμα οικογενειακής ζωής για τα ομόφυλα ζευγάρια αγνοεί ευθέως το Αρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς και το Αρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που απαγορεύει ρητά τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Η έννοια της οικογένειας δεν είναι στατική ούτε περιορίζεται σε ετεροκανονικά πρότυπα. Εχει ήδη επανανοηματοδοτηθεί μέσα από τη νομολογία και τη διεθνή προστασία των δικαιωμάτων.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η επίκληση της δήθεν έλλειψης επιστημονικών δεδομένων ως προς την ανάπτυξη παιδιών σε οικογένειες ομόφυλων γονέων. Η διεθνής επιστημονική κοινότητα, μέσω οργανισμών όπως η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία αλλά και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), έχει εδώ και χρόνια καταλήξει ότι δεν υπάρχει αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη των παιδιών αυτών. Το αντίθετο μάλιστα, η έμφαση δίνεται στην ποιότητα της φροντίδας, στη σταθερότητα και στην ασφάλεια του περιβάλλοντος. Η επαναφορά λοιπόν ατεκμηρίωτων ισχυρισμών αποτελεί ξεκάθαρα μια ιδεολογική επιλογή.

Επίσης, η συζήτηση περί «ουδετεροποίησης» των όρων στα δημόσια έγγραφα εντάσσεται στην ίδια στρατηγική φόβου. Η προσαρμογή της διοικητικής πρακτικής ώστε να αντανακλά την κοινωνική και νομική πραγματικότητα δεν αφαιρεί δικαιώματα από κανένα άτομο, αντιθέτως διασφαλίζει ότι δεν αποκλείεται κανένα απολύτως πρόσωπο. Η ρητορική περί «γονέας 1» και «γονέας 2» χρησιμοποιείται ως πολιτικό σκιάχτρο, χωρίς να ανταποκρίνεται στην πραγματική λειτουργία του δικαίου.

Επιπλέον, το επιχείρημα ότι δήθεν εξαπατήθηκε η Βουλή, αλλά και η ίδια η κοινωνία, παραγνωρίζει μια βασική αρχή, ότι το δίκαιο δεν είναι στατικό. Οι έννομες συνέπειες μιας ρύθμισης δεν αποτελούν παρεκκλίσεις, αλλά αναγκαίες εκφάνσεις της εφαρμογής της. Η ίση μεταχείριση δεν ενεργοποιείται επιλεκτικά, κύριε Χρυσομάλλη, αλλά λειτουργεί οριζόντια.

Τέλος, ο όρος «άκρατος δικαιωματισμός» είναι βαθιά πολιτικός. Χρησιμοποιείται για να απονομιμοποιήσει τη διεκδίκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και να παρουσιάσει την ισότητα ως υπερβολή. Ομως η προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων δεν είναι ιδεολογική επιλογή, είναι υποχρέωση που απορρέει από το κράτος δικαίου και τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας. Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει την ανάγκη για πλήρη ισότητα και ουσιαστική άρση των διακρίσεων, όχι ως μια πολιτική επιλογή, αλλά ως θεσμική αναγκαιότητα.

Καμία δημοκρατία δεν απειλείται από την επέκταση των δικαιωμάτων. Αντιθέτως, απειλείται από την επιλεκτική εφαρμογή τους. Και όταν η ισότητα παρουσιάζεται ως κίνδυνος, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα δικαιώματα, αλλά στην άρνηση της αποδοχής τους.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών 


Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαντά στην οπισθοδρόμηση και στην καταπάτηση των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων



Η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), επί της νομοθεσίας της Ουγγαρίας (LXXIX/2021) για την αποκαλούμενη «ΛΟΑΤ προπαγάνδα" (Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας – υπόθεση C-769/22), συνιστά μία από τις πιο καθαρές τοποθετήσεις του ενωσιακού δικαίου απέναντι σε φαινόμενα θεσμικής οπισθοδρόμησης.

Το ΔΕΕ, δεν περιορίστηκε σε έναν τυπικό έλεγχο συμβατότητας με επιμέρους οδηγίες, αλλά προσέγγισε τη ρύθμιση υπό το πρίσμα του άρθρου 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αναδεικνύοντας ότι οι θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης και κυρίως η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ισότητα και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι δεσμευτικές. Με τον τρόπο αυτό, το ΔΕΕ επιβεβαιώνει ότι δεν υφίσταται «ρυθμιστική ουδετερότητα" όταν το αποτέλεσμα μιας εθνικής ρύθμισης είναι ο στιγματισμός και ο αποκλεισμός μίας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας.

Ειδικότερα, η εξίσωση της ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητας με επιβλαβές περιεχόμενο για ανηλίκους, κρίθηκε ότι προσβάλλει τον πυρήνα δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και η αρχή της μη διάκρισης. Η επίκληση της "προστασίας των ανηλίκων" αποδομείται νομικά, καθώς δεν μπορεί να λειτουργήσει ως γενική ρήτρα περιορισμού όταν στερείται αναλογικότητας και οδηγεί σε συστηματική αποσιώπηση ταυτοτήτων και εμπειριών.

Η σημασία της απόφασης, ωστόσο, υπερβαίνει τα στενά όρια της συγκεκριμένης υπόθεσης. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, όπου καταγράφεται τα τελευταία χρόνια μια σαφής τάση οπισθοχώρησης σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ιδίως δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων. Η νομική γλώσσα της «προστασίας", της «παράδοσης" ή της «δημόσιας ηθικής", επανέρχεται ως εργαλείο αναδιάρθρωσης του πεδίου των δικαιωμάτων, επιχειρώντας να μετατοπίσει το όριο του ανεκτού.

Σε αυτό το περιβάλλον, η απόφαση του ΔΕΕ λειτουργεί ως ανάχωμα. Θέτει σαφή όρια στην επίκληση της εθνικής ταυτότητας ή της διακριτικής ευχέρειας των κρατών-μελών, υπενθυμίζοντας ότι η συμμετοχή στην Ένωση προϋποθέτει συμμόρφωση με ένα κοινό αξιακό και νομικό κεκτημένο.

Η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αφήνει εκτός την Ελλάδα. Τα τελευταία δύο χρόνια παρατηρείται μια εμφανής νομοθετική αδράνεια σε ό,τι αφορά την περαιτέρω κατοχύρωση και διεύρυνση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων και, ευρύτερα, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η απουσία ουσιαστικών πρωτοβουλιών δεν είναι καθόλου ουδέτερη. Δημιουργεί ένα κενό, το οποίο συχνά καταλαμβάνεται από την εντεινόμενη ρητορική μίσους στον δημόσιο λόγο, ακόμη και από πολιτικά πρόσωπα.

Η εμπειρία δείχνει ότι η οπισθοδρόμηση δεν εκδηλώνεται πάντοτε μέσω αιφνίδιων, θεαματικών τομών. Συχνότερα, συντελείται μέσω της σταδιακής αποδυνάμωσης των εγγυήσεων, της καθυστέρησης θεσμικών παρεμβάσεων και της κανονικοποίησης λόγων που στοχοποιούν ευάλωτες ομάδες. Η απουσία εξέλιξης του δικαίου, σε συνδυασμό με την όξυνση του δημόσιου λόγου, μπορεί να λειτουργήσει ως προθάλαμος περιορισμών.

Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση του ΔΕΕ δεν αφορά μόνο την υποχρέωση συμμόρφωσης ενός κράτους-μέλους, της Ουγγαρίας στην προκειμένη περίπτωση, αλλά αποτελεί ένα ερμηνευτικό εργαλείο και ένα πολιτικό μήνυμα προς το σύνολο της ΕΕ, ότι τα δικαιώματα δεν είναι στατικά, αλλά απαιτούν διαρκή εγρήγορση και ότι η αδράνεια ιδικά σε περιόδους οπισθοδρόμησης, είναι συνενοχή.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη 

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Diversity News 


Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Τι μας δείχνει πραγματικά η νέα ετήσια Έκθεση 2025 της Επιθεώρησης Εργασίας;



Η ετήσια Έκθεση της Επιθεώρηση Εργασίας, θα λέγαμε ότι είναι ο καθρέφτης της εγχώριας κατάστασης των εργασιακών σχέσεων, ενός πεδίου όπου το δίκαιο δοκιμάζεται καθημερινά απέναντι στην πράξη..

Τα ευρήματα της Έκθεσης, είτε αφορούν την μορφή της εργασίας (είτε αυτή είναι δηλωμένη, είτε αδήλωτη), είτε τις παραβάσεις σε ζητήματα ωραρίων, ασφάλειας και υγείας, είτε ακόμη και τις μορφές παρενόχλησης, άνισης μεταχείρισης και διάκρισης, αναδεικνύουν για άλλη μία φορά το σταθερό συμπέρασμα, πως, η ύπαρξη των κανόνων, των νόμων δηλαδή, δεν εγγυάται την εφαρμογή τους στην πράξη. Και εκεί ακριβώς εδράζεται η έννοια του κράτους δικαίου στον χώρο της εργασίας.

Σε νομικό επίπεδο, η ελληνική έννομη τάξη διαθέτει ένα εκτενές πλέγμα προστασίας μέσα από το Σύνταγμα μας και τις διατάξεις περί ανθρώπινης αξίας και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, έως την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών οδηγιών για την ίση μεταχείριση, την υγεία, την ασφάλεια και την προστασία από διακρίσεις. Ωστόσο, η Έκθεση του 2025 καταδεικνύει με σαφήνεια ότι η κανονιστική επάρκεια δεν συνοδεύεται πάντοτε από θεσμική αποτελεσματικότητα.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο ποσοτικό, δεν είναι δηλαδή απλώς ο αριθμός των ελέγχων ή των επιβαλλόμενων κυρώσεων. Είναι βαθιά ποιοτικό, καθώς αφορά το κατά πόσο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν αποτρεπτικά, το κατά πόσο τα εργαζόμενα πρόσωπα αισθάνονται ασφάλεια να καταγγείλουν περιστατικά παραβιάσεων και κατά πόσο η εργασία τελικά αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η διάσταση των διακρίσεων και της παρενόχλησης στον χώρο εργασίας. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί με την ενσωμάτωση ευρωπαϊκών προτύπων, η πραγματικότητα δείχνει ότι άτομα που ανήκουν σε πιο ευάλωτες ομάδες όπως γυναίκες και θηλυκότητες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ανάπηρα άτομα, εργαζόμενα άτομα με μεταναστευτικό/προσφυγικό προφίλ, Ρομά κλπ, εξακολουθούν να βιώνουν πολλαπλούς και διαθεματικούς αποκλεισμούς.

Η μη καταγραφή ή υποκαταγραφή τέτοιων περιστατικών δεν αναιρεί την ύπαρξή τους, αντίθετα αναδεικνύει τα όρια των υφιστάμενων μηχανισμών. Και ιδιαίτερα στην περίπτωση των τρανς ατόμων, το ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ή εάν υπάρξουν είναι μηδαμινά, είναι αποκαλυπτική καθώς δεν πρόκειται για απουσία διακρίσεων ή παρενοχλήσεων κατά τρανς ατόμων, αλλά για απουσία πρόσβασης των ατόμων αυτών στην εργασία. Όταν ένα σημαντικό μέρος της τρανς κοινότητας αποκλείεται ήδη από την είσοδο ή τη διατήρηση στην εργασία, τότε είναι αναμενόμενο να μην εμφανίζεται στις καταγραφές παραβιάσεων. Η αορατότητα αυτή είναι και το πιο σκληρό αποτύπωμα ενός δομικού αποκλεισμού που προηγείται της ίδιας της παραβίασης δικαιωμάτων.

Και εδώ ακριβώς εισέρχεται η πολιτική διάσταση. Η εργασία είναι χώρος άσκησης εξουσίας, διαπραγμάτευσης δικαιωμάτων και, πολλές φορές, αναπαραγωγής ανισοτήτων. Όταν η παραβατικότητα εμφανίζεται ως «κανονικότητα", τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο εργοδοτικό, είναι θεσμικό και εν τέλει είναι πρόβλημα δημοκρατίας.


Τι μπορεί να κάνει η Πολιτεία:

  • Ενίσχυση της θεσμικής ανεξαρτησίας και των πόρων της Επιθεώρησης Εργασίας, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα και η αμεροληψία των ελέγχων.
  • Συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση περιστατικών διακρίσεων στον χώρο εργασίας, με ειδική έμφαση στη διαθεματικότητα (φύλο, έκφραση/ταυτότητα/χαρατηριστικά φύλου, σεξουαλικό προσανατολισμό, αναπηρία, εθνική καταγωγή κ.λπ.).
  • Εναρμόνιση και ενίσχυση του εθνικού πλαισίου με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ιδίως ως προς την εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της προστασίας από παρενόχληση.
  • Εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση τόσο των επιχειρήσεων και οργανισμών, όσο και των εργαζομένων προσώπων, με στόχο τη μετάβαση από την τυπική συμμόρφωση, σε ουσιαστική κουλτούρα σεβασμού των δικαιωμάτων.
  • Θεσμοθέτηση αποτελεσματικών και προσβάσιμων μηχανισμών καταγγελιών, που να διασφαλίζουν την προστασία από αντίποινα και την εμπιστευτικότητα.
  • Στενότερη συνεργασία με Ανεξάρτητες Αρχές όπως η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), κοινωνικούς εταίρους και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, για την ανάπτυξη συνεκτικών πολιτικών προστασίας της εργασίας ως ανθρώπινου δικαιώματος.

Η εργασία συνιστά θεμελιώδη έκφανση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της προσωπικής αυτονομίας, όπως κατοχυρώνεται μέσα από το στο Σύνταγμα, αλλά και στο εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο και η διασφάλιση της ισότητας, της ασφάλειας και της ουσιαστικής προστασίας στον χώρο εργασίας, αποτελεί δεσμευτική υποχρέωση της Πολιτείας και των θεσμών, που απορρέει άμεσα από το κράτος δικαίου και την αρχή της μη διάκρισης.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Diversity News 


Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Τρανς ορατότητα σε εποχές θεσμικής οπισθοδρόμησης

 


Η Διεθνής Ημέρα Τρανς Ορατότητας – TDoV, που τιμάται κάθε χρόνο στις 31 Μαρτίου σε όλο τον κόσμο, είναι μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2009 προς τιμήν των αγώνων της τρανς ακτιβίστριας Rachel Crandall και αποτελεί μια κρίσιμη υπενθύμιση, ότι τα τρανς άτομα εξακολουθούν να μην απολαμβάνουν ισότιμα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που θεωρούνται αυτονόητες για τους υπόλοιπους πολίτες.

Σε θεσμικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, συνεχίζουν να βιώνουν στίγμα, προκατάληψη, περιθωριοποίηση και ένα πλέγμα διακρίσεων και αποκλεισμών λόγω της ταυτότητας ή της έκφρασης φύλου τους. Και αυτή η πραγματικότητα δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε και ουδέτερη, είναι βαθιά πολιτική.

Την ίδια στιγμή, καταγράφεται διεθνώς μια ανησυχητική οπισθοχώρηση στα τρανς και ευρύτερα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα. Η αμφισβήτηση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό, η επαναφορά βιολογικών και περιοριστικών ορισμών του φύλου και η κανονικοποίηση της ρητορικής μίσους συνθέτουν ένα επικίνδυνο περιβάλλον, γενικότερα για τα ανθρώπινα/ατομικά δικαιώματα.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι αυτή η οπισθοχώρηση δεν περιορίζεται μόνο σε κρατικές πολιτικές ή θεσμούς, αλλά διαπερνά πλέον και τμήματα του ίδιου του φεμινιστικού κινήματος. Όταν η ύπαρξη των τρανς ατόμων τίθεται υπό αμφισβήτηση, όταν το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό υπονομεύεται και όταν αναπαράγονται στερεότυπα και αποκλεισμοί, τότε δεν μιλάμε για φεμινισμό, αλλά για μία αποδόμηση των ίδιων των αρχών της ισότητας και της ελευθερίας που πρεσβεύει.

Παράλληλα, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις, όπως η απόφαση της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής να αποκλείσει τα τρανς και τα ίντερσεξ άτομα από τα γυναικεία αγωνίσματα, μέσω της επιβολής αυστηρών βιολογικών και γενετικών κριτηρίων. Μια απόφαση που δεν διασφαλίζει τη δικαιοσύνη στον αθλητισμό, αλλά επαναφέρει έναν επικίνδυνο βιολογικό καθορισμό του φύλου, εγείροντας σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με τις αρχές της μη διάκρισης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Οι εξελίξεις αυτές δεν είναι μεμονωμένες. Αντιθέτως, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναδίπλωσης, όπου τα ανθρώπινα/ατομικά δικαιώματα τίθενται υπό αίρεση και η ισότητα μετατρέπεται σε διαπραγματεύσιμη έννοια.

Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Τρανς Ορατότητας, καλείται για ακόμη μία φορά η Πολιτεία να προχωρήσει άμεσα στην άρση των αποκλεισμών και στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την κάλυψη των διεκδικήσεων της τρανς κοινότητας:

1.Η διαδικασία της νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου (Ν. 4491/2017) να καταστεί εξωδικαστική, με πλήρη σεβασμό στον αυτοπροσδιορισμό των τρανς προσώπων. Να προβλεφθεί η αναγνώριση των τρανς γονέων στις ληξιαρχικές πράξεις των παιδιών τους βάσει της ταυτότητας φύλου τους, ελεύθερη πρόσβαση στη διαδικασία χωρίς ηλικιακά όρια, η ρητή δυνατότητα κενής καταχώρισης φύλου για τα μη δυαδικά πρόσωπα, καθώς και πρόβλεψη για τρανς άτομα με προσφυγικό προφίλ.

2.Η πλήρης ενσωμάτωση της απόφασης του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ICD-11), η αποψυχιατρικοποίηση και αποπαθολογικοποίηση της ταυτότητας φύλου και η διασφάλιση καθολικής πρόσβασης των τρανς ατόμων στο σύστημα υγείας χωρίς διακρίσεις. Η πλήρης ασφαλιστική κάλυψη των διαδικασιών επαναπροσδιορισμού φύλου και η ισότιμη πρόσβαση στην αναδοχή, τεκνοθεσία και υποβοηθούμενη αναπαραγωγή.

3.Η τροποποίηση του Άρθρου 62 του ν. 4931/2022 ώστε να απαγορεύονται ρητά όλες οι πρακτικές «μεταστροφής», τόσο από επαγγελματίες όσο και από μη επαγγελματίες, καθώς και η ενίσχυση της προστασίας από διακρίσεις στον χώρο της υγείας μέσω του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.

4.Η ενίσχυση του πλαισίου αντιμετώπισης της ρητορικής μίσους, ιδίως όταν αυτή εκπορεύεται από δημόσια πρόσωπα, η προστασία των υπερασπιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ρητή απαγόρευση ρητορικής μίσους στο πλαίσιο της Βουλής και η νομική αναγνώριση της γυναικοκτονίας.

5.Η ανάπτυξη εκπαιδευτικών πολιτικών και προγραμμάτων κατά των διακρίσεων σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, με στόχο την καλλιέργεια κουλτούρας ισότητας και συμπερίληψης.

6.Η ένταξη των τρανς ατόμων στα ειδικά βοηθήματα ευάλωτων ομάδων της ΔΥΠΑ και η θέσπιση ειδικού επιδόματος για τρανς άτομα άνω των 50 ετών.

7.Η αναθεώρηση του νόμου 2734/1999 για την εργασία στο σεξ, με στόχο την πλήρη κατοχύρωση εργασιακών, ασφαλιστικών και προνοιακών δικαιωμάτων και την ουσιαστική προστασία από διακρίσεις.

8.Η θεσμική συνεργασία των αρμόδιων Υπουργείων με ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεις και εξειδικευμένα άτομα/εμπειρογνώμονες, για την ανάπτυξη συμπεριληπτικών πολιτικών.

Τέλος, δεν θα μπορούσα να μη θίξω το θέμα της αύξησης της ρητορικής μίσους και των τρανσφοβικών επιθέσεων, καθώς και την προσπάθεια νομιμοποίησής τους μέσω της επίκλησης της «ελευθερίας λόγου».

Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό είναι θεμελιώδες ανθρώπινο/ατομικό δικαίωμα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι α λα καρτ και δεν διχοτομούνται. Όσο μιλάμε για αυτά χωρίς διαθεματικότητα και χωρίς συμπερίληψη, τόσο αποδυναμώνουμε τα ίδια τους τα θεμέλια. Και όταν αυτό συμβαίνει σε μια εποχή όπου η ακροδεξιά ρητορική και ο τραμπισμός κερδίζουν έδαφος, τότε δεν διακυβεύονται μόνο τα δικαιώματα των τρανς ατόμων, διακυβεύεται η ίδια η δημοκρατία μας.

Γιατί η ορατότητα είναι δικαίωμα. Και χωρίς δικαιώματα, δεν υπάρχει δημοκρατία!


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Antivirus

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Τα ανθρώπινα και ατομικά μας δικαιώματα δεν χρειάζονται την αισθητική έγκριση κανενός


Υπάρχει μια ολοένα και πιο ανησυχητική τάση σε μερίδα τηλεοπτικών πάνελ, ανά τακτά διαστήματα, να επιστρατεύουν τη ρητορική μίσους απέναντι σε ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπους ως εργαλείο τηλεθέασης. Δεν πρόκειται για καμία «άποψη» ούτε για «ελευθερία του λόγου», αλλά για μια συνειδητή επιλογή, στο να μετατρέπεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ταυτοτική υπόσταση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων σε αντικείμενο δημόσιας κατανάλωσης. Σε τηλεοπτικές κρεατομηχανές όπως το «Το Πρωινό», του ΑΝΤ1, βλέπουμε επανειλημμένα να φιλοξενούνται τοποθετήσεις που δεν συμβάλλουν στον διάλογο, αλλά αναπαράγουν στερεότυπα, φόβο και κοινωνικό αυτοματισμό. Όταν δε πρόσωπα όπως η Δέσποινα Καμπούρη επιλέγουν να χτίσουν παρουσία μέσα από τη στοχοποίηση, το πρόβλημα τότε παύει να είναι προσωπικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τα βασικά.

Αρχικά, δεν μιλάμε για «Gay Pride», αλλά για Pride ή Φεστιβάλ ΛΟΑΤΚΙ+ Υπερηφάνειας.  Και αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι καθόλου αθώα. Όταν περιορίζεις ένα πολυσύνθετο κίνημα σε μια μονοδιάστατη ταυτότητα, αναπαράγεις τον ίδιο τον αποκλεισμό που υποτίθεται ότι σχολιάζεις. Το Pride αφορά όλο το φάσμα των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων που ιστορικά τέθηκαν στο περιθώριο.

Η επίκληση της «υπερβολής» ως προβλήματος. δεν είναι καινούργια, είναι η πιο παλιά και φθαρμένη γραμμή άμυνας μιας κοινωνίας που θέλει την όποια διαφορετικότητα αόρατη, σιωπηλή και «ευπρεπή». Μόνο που το Pride δεν γεννήθηκε για να είναι «ευπρεπές». Γεννήθηκε ως αντίδραση στη βία, στην καταστολή, στη συστηματική παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Και σε νομικό επίπεδο, αυτή ακριβώς η ορατότητα είναι που ενεργοποιεί το δίκαιο, καθώς  χωρίς ορατότητα δεν υπάρχει αναγνώριση και χωρίς αναγνώριση δεν υπάρχει προστασία.

Το επιχείρημα ότι «δεν μεταφέρεται σωστά το μήνυμα», μεταθέτει την ευθύνη από τη διάκριση στον τρόπο που την καταγγέλλεις. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν υπόκεινται σε αισθητική αξιολόγηση. Δεν χρειάζεται να είναι «βολικά» ή «τηλεοπτικά αποδεκτά» για να είναι έγκυρα. Αν λοιπόν το μήνυμα δεν φτάνει, το πρόβλημα δεν είναι το Pride, αλλά η κοινωνική άρνηση του να αναγνωρίσει ισότιμα όλα τα πρόσωπα. Όσο για την ειρωνεία περί «ψηλοτάκουνων», η ενόχληση δεν αφορά σε καμία περίπτωση το παπούτσι, αλλά το γεγονός ότι κάποια άτομα αρνούνται να συμμορφωθούν με τα έμφυλα στερεότυπα. Και αυτό είναι κατεξοχήν πολιτικό. Το σώμα, η έκφραση φύλου και η δημόσια παρουσία αποτελούν πεδία δικαιωμάτων που προστατεύονται από το συνταγματικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο. Η αποδόμηση των στερεοτύπων δεν είναι «καρναβάλι», είναι πράξη αντίστασης.

Το επιχείρημα «αν δεν φτάνει σε μένα, δεν θα φτάσει στην κοινωνία» αποκαλύπτει μια βαθιά πατερναλιστική λογική, ότι το μέτρο της ορθότητας είναι η άνεση της πλειοψηφίας. Μόνο που το Pride δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει την άνεση κανενός. Αντίθετα, συνεχίζει να υπάρχει για να δίνει χώρο σε αυτά τα άτομα που δεν είχαν ποτέ. Και συχνά, η ενόχληση που προκαλεί είναι η απόδειξη ότι διαταράσσει μια κανονικότητα που βασίζεται στον αποκλεισμό. Ναι, ο αγώνας είναι καθημερινός 365 μέρες το χρόνο. Αλλά χωρίς το Pride δεν θα υπήρχε ούτε το νομικό, ούτε το πολιτικό πλαίσιο που σήμερα κάποιοι επικαλούνται επιλεκτικά. Τα δικαιώματα δεν κατακτήθηκαν με «ευπρέπεια», αλλά με ορατότητα, σύγκρουση και διεκδίκηση.

Και μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο, επανέρχεται διαρκώς και το επιχείρημα της «αισθητικής». Μια φαινομενικά «ουδέτερη» θέση, που στην πραγματικότητα συνιστά ωμή ρατσιστική παραδοχή. Όταν η ίδια η ύπαρξη ενός ανθρώπου χαρακτηρίζεται ως «αισθητικά ενοχλητική», τότε δεν μιλάμε για άποψη, αλλά για αποκλεισμό από τον δημόσιο χώρο. Πρόκειται για μια ΛΟΑΤΚΙ+φοβική στάση που βαφτίζει τον ρατσισμό «γούστο», με στόχο να φιμώσει την ορατότητα και, τελικά, τα ίδια τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί το επόμενο βήμα αυτής της «λογικής» είναι σαφές, «εφόσον δεν μας αρέσετε αισθητικά», τότε δεν πρέπει να είστε ορατά. Και για να μην είστε ορατά, δεν πρέπει να υπάρχετε στον δημόσιο χώρο.

Και βέβαια, αυτή η ρητορική κλείνει σχεδόν πάντα με το γνωστό επιχείρημα «δεν είμαστε ρατσιστές, την άποψή μας λέμε, ελευθερία του λόγου δεν ζητάτε;». Μόνο που ξεχνάνε ότι η ελευθερία του λόγου δεν είναι ασπίδα για τον ρατσισμό. Δεν προστατεύει τη ρητορική μίσους, ούτε νομιμοποιεί την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σε κάθε σύγχρονο κράτος δικαίου, η ελευθερία της έκφρασης συνυπάρχει με την αρχή της μη διάκρισης, δεν την ακυρώνει.

Η ρητορική μίσους, είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομείται η βία. Είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να νιώθει ότι η κοινωνία τον απορρίπτει. Και εδώ η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τα πρόσωπα που την εκφέρουν, αλλά και τα μέσα που τους δίνουν βήμα. Είναι επιλογή το τι προβάλλεις, πως το πλαισιώνεις και μέχρι πού επιτρέπεις να φτάσει ο δημόσιος λόγος.

Αν κάποιοι θεωρούν ότι θα παραμείνουν επίκαιροι επενδύοντας στο μίσος, κάνουν λάθος. Η κοινωνία, παρά όλες τις αντιφάσεις της, προχωρά. Και μαζί της προχωρά και η απαίτηση για περισσότερο σεβασμό, ισότητα, δικαιώματα και αξιοπρέπεια για κάθε άνθρωπο, χωρίς εξαιρέσεις.

Το Pride δεν είναι το πρόβλημα, είναι η απάντηση σε ένα πρόβλημα που κάποιοι επιμένουν να αναπαράγουν. Και όσο αυτό το πρόβλημα υπάρχει, θα υπάρχει και το Pride, όχι πιο «ήσυχο», αλλά όσο πιο δυναμικό χρειάζεται για να ακούγεται!


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Antivirus


1 Οκτωβρίου | Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων Προσώπων

Σήμερα, 1 Οκτωβρίου, είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων Προσώπων. Όταν μιλάμε για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ηλικιωμένων ...