Η χώρας μας, αδιαμφησβήτητα, έχει κάνει τα τελευταία 15 χρόνια σημαντικά θεσμικά βήματα στον τομέα των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, με τελευταίο τη θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, το οποίο αποτέλεσε μια ιστορική εξέλιξη. Έτσι η Ελλάδα θα λέγαμε ότι έχει μετακινηθεί αισθητά σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες ως προς τη νομική αναγνώριση και προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων.
Η θεσμική αυτή πρόοδος, ωστόσο, δεν πρέπει να συγχέεται με την αντίστοιχη ενδυνάμωση του ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος και, κυρίως, με την ενδυνάμωση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μηχανισμό υπεράσπισης, διεκδίκησης και ελέγχου της εφαρμογής των δικαιωμάτων. Αντιθέτως, στη χώρα μας, όπως και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, διαμορφώνεται ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η οργανωμένη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινωνία των πολιτών αντιμετωπίζει σοβαρές δομικές πιέσεις. Το ζήτημα δεν είναι απλώς αν υπάρχουν περισσότερες ή λιγότερες οργανώσεις ούτε αν πραγματοποιούνται περισσότερες ή λιγότερες δράσεις. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν οι ίδιες οι οργανώσεις διαθέτουν σήμερα την οικονομική, οργανωτική, πολιτική και κοινωνική ισχύ που απαιτείται ώστε να λειτουργούν ως ανεξάρτητοι φορείς δικαιωμάτων και όχι απλώς ως εκτελεστικοί μηχανισμοί χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, προκειμένου να καταφέρνουν να επιβιώνουν.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα είναι η αυξανόμενη εξάρτηση από τη λογική του project. Η χρηματοδότηση μέσω ευρωπαϊκών ή άλλων προγραμμάτων έχει αναμφίβολα συμβάλει καθοριστικά στη δημιουργία επαγγελματικών δομών, στην παραγωγή τεκμηρίωσης, στην παροχή υπηρεσιών και στην ανάπτυξη νέων παρεμβάσεων. Δεν μπορεί όμως να αποτελεί από μόνη της βιώσιμο μοντέλο για ένα κίνημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων δεν είναι ένα έργο με ημερομηνία έναρξης και ημερομηνία λήξης, ούτε μπορεί να περιορίζεται σε συγκεκριμένα παραδοτέα. Η ΛΟΑΤΚΙ+φοβία, οι διακρίσεις κυρίως στο χώρο της εργασίας, ο αποκλεισμός από την εκπαίδευση και την υγεία, η βία, η κοινωνική απομόνωση και η θεσμική ανισότητα δεν ολοκληρώνονται όταν ολοκληρώνεται ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης. Επομένως, όταν η επιβίωση μιας οργάνωσης εξαρτάται διαρκώς από την έγκριση του επόμενου project, δημιουργείται μια δομική εξάρτηση που μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, πολιτικής παρέμβασης και ανεξάρτητης διεκδίκησης. Μια οργάνωση μπορεί να γίνει εξαιρετικά αποτελεσματική στην υλοποίηση προγραμμάτων, στην παραγωγή reports και στην επίτευξη μετρήσιμων δεικτών και ταυτόχρονα να αποδυναμώνεται ως κινηματικός και πολιτικός φορέας.
Αυτό συνδέεται άμεσα με ένα δεύτερο ζήτημα, που δεν είναι άλλο από την επαγγελματικοποίηση. Όχι απαραίτητα πως αυτό είναι κακό, καθώς η θεσμική και νομική πολυπλοκότητα της σύγχρονης υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαιτεί εξειδικευμένους επαγγελματίες, νομικούς, ερευνητές, ανθρώπους με γνώσεις διοίκησης, οικονομικής διαχείρισης και επικοινωνίας. Το πρόβλημα όμως αρχίζει, όταν η επαγγελματική δομή αποσυνδέεται από την κοινωνική και κινηματική βάση. Είναι απολύτως δυνατό να αυξάνονται τα συνέδρια, τα workshops, οι μελέτες, οι θεσμικές συναντήσεις, τα ευρωπαϊκά προγράμματα και οι εταιρικές δράσεις διαφορετικότητας και, την ίδια στιγμή, να μην αυξάνεται αντίστοιχα η πραγματική κοινωνική και πολιτική ισχύς του κινήματος. Η παραγωγή δράσεων δεν ταυτίζεται με την παραγωγή κινηματικής δύναμης. Ένα κίνημα δεν κρίνεται μόνο από το πόσα προγράμματα υλοποιεί, αλλά από το αν μπορεί να κινητοποιεί ανθρώπους, να διαμορφώνει δημόσια συζήτηση, να ασκεί πολιτική πίεση, να αντιδρά όταν παραβιάζονται δικαιώματα και να διατηρεί μια σχέση ουσιαστικής εκπροσώπησης με τις κοινότητες για τις οποίες υποτίθεται ότι αγωνίζεται.
Η εξέλιξη αυτή γίνεται ακόμη πιο προβληματική, όταν συνδυάζεται με τη γενικότερη υποχώρηση του χώρου δράσης της κοινωνίας των πολιτών. Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη αντιμετωπίζουν ένα περιβάλλον μεγαλύτερης πολιτικής πόλωσης, αυξανόμενης πίεσης και χρηματοδοτικής αβεβαιότητας. Οι ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεις δεν αποτελούν εξαίρεση. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης γύρω από τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα, τη διαφορετικότητα και το κράτος δικαίου. Η άνοδος αντιδικαιωματικών πολιτικών λόγων, η στοχοποίηση των πολιτικών DEI, η αυξανόμενη επιθετικότητα απέναντι στα τρανς δικαιώματα και η προσπάθεια παρουσίασης της ισότητας ως «ιδεολογικής ατζέντας» δημιουργούν ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών χρειάζεται περισσότερη και όχι λιγότερη ανεξαρτησία και ανθεκτικότητα.
Στην Ελλάδα όμως, υπάρχει επιπλέον ένας κίνδυνος που προκύπτει ακριβώς από τη θεσμική πρόοδο των τελευταίων ετών, η δημιουργία της εντύπωσης ότι το ΛΟΑΤΚΙ+ ζήτημα έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό επιλυθεί. Η ψήφιση του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών ήταν μια σημαντική κατάκτηση, αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως τελικός στόχος. Η ύπαρξη ενός προοδευτικού νομοθετικού πλαισίου δεν εξαλείφει αυτομάτως τις κοινωνικές διακρίσεις ούτε εγγυάται την ισότιμη μεταχείριση στην καθημερινότητα. Η πραγματική ισότητα κρίνεται στην πρόσβαση στην εργασία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στη στέγαση, στη δικαιοσύνη και στις δημόσιες υπηρεσίες, στην αντιμετώπιση της βίας και της ρητορικής μίσους και στη δυνατότητα κάθε ατόμου να ζει χωρίς να υφίσταται διαρκώς την πίεση της κοινωνικής προκατάληψης. Ειδικά για τα τρανς πρόσωπα, η θεσμική πρόοδος σε ορισμένους τομείς δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι το ζήτημα της ισότητας έχει λυθεί. Η διεθνής και ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι τα τρανς δικαιώματα έχουν μετατραπεί σε ένα από τα βασικά πεδία πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης. Επομένως, η δυνατότητα των ελληνικών οργανώσεων να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα τρανς δικαιώματα σε ένα δυσμενέστερο πολιτικό περιβάλλον αποτελεί πραγματικό τεστ της οργανωτικής ανθεκτικότητας του κινήματος.
Παράλληλα, υπάρχει και ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα. Η ύπαρξη διαφορετικών οργανώσεων, ομάδων και πρωτοβουλιών είναι αναγκαία και αποτελεί στοιχείο δημοκρατικού πλουραλισμού. Δεν χρειάζεται ένα ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα να είναι μονολιθικό ούτε να εκφράζεται από έναν και μοναδικό φορέα. Αυτό όμως που χρειάζεται και είναι απαραίτητο, είναι να διαθέτει τη δυνατότητα να διαμορφώνει, όταν απαιτείται, κοινές στρατηγικές προτεραιότητες και αποτελεσματικές συμμαχίες. Η πολυφωνία είναι δύναμη όταν παράγει πολιτική ισχύ, όταν όμως οδηγεί σε μόνιμο κατακερματισμό, αλληλοεπικαλύψεις, ανταγωνισμούς ή αδυναμία συλλογικής αντίδρασης, τότε γίνεται αδυναμία . Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι το ότι οι οργανώσεις έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά το όταν η διαφορετικότητα των προσεγγίσεων, καθιστά αδύνατη τη συγκρότηση ενός κοινού πολιτικού μετώπου σε ζητήματα που αφορούν θεμελιώδη δικαιώματα.
Ίσως, ωστόσο, το σημαντικότερο ερώτημα αφορά την ίδια την κοινωνική βάση του κινήματος. Για ποιον υπάρχουν τελικά οι οργανώσεις; Για τους θεσμούς, τους χρηματοδότες, τα ευρωπαϊκά προγράμματα και τις εταιρικές συνεργασίες ή για τους ίδιους τους ανθρώπους που βιώνουν διακρίσεις; Η απάντηση θα έπρεπε να είναι αυτονόητη. Ένα ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από την πρόσβασή του σε θεσμικούς χώρους, αλλά κυρίως από την ικανότητά του να παραμένει συνδεδεμένο με ανθρώπους που βρίσκονται εκτός αυτών των χώρων. Με τα τρανς άτομα που αντιμετωπίζουν αποκλεισμό στην εργασία, με τα νεαρά ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που φοβούνται να αποκαλύψουν την ταυτότητα ή τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, με τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα που αντιμετωπίζουν βία ή κοινωνική απομόνωση, με τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, με τα άτομα που ζουν σε οικονομική επισφάλεια και με εκείνα που αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές διακρίσεων και αποκλεισμού, μεταξύ άλλων λόγω αναπηρίας ή κοινωνικής θέσης. Εάν η οργανωμένη εκπροσώπηση απομακρύνεται από αυτές τις πραγματικότητες και περιορίζεται σε έναν σχετικά κλειστό θεσμικό κύκλο, τότε μπορεί να παραμένει ορατή χωρίς να είναι πραγματικά ισχυρή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεις στην Ελλάδα δεν παράγουν σημαντικό έργο, αλλίμονο εάν έλεγα κάτι τέτοιο, ίσα ίσα το αντίθετο. Πολλές οργανώσεις έχουν συμβάλει κυρίως στο παρελθόν, πολύ αποφασιστικά στη διαμόρφωση της σημερινής θεσμικής πραγματικότητας, έχουν προσφέρει υπηρεσίες, έχουν τεκμηριώσει παραβιάσεις, έχουν υποστηρίξει θύματα διακρίσεων και έχουν ασκήσει πίεση για νομοθετικές αλλαγές. Ακριβώς γι’ αυτό και η αποδυνάμωσή τους θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημοκρατικής και θεσμικής σημασίας και όχι ως εσωτερική υπόθεση μιας συγκεκριμένης κοινότητας.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν χρειάζεται λιγότερο ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα επειδή έχει κάνει θεσμικά βήματα, αλλά ένα ισχυρότερο κίνημα, ακριβώς επειδή έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου η επόμενη φάση της διεκδίκησης δεν αφορά μόνο την ψήφιση νόμων αλλά την εδραίωση της ισότητας στην πράξη. Και κυρίως, χρειάζεται το ίδιο το κίνημα να επανασυνδέσει τη θεσμική του δράση με την κοινωνική βάση και να θυμηθεί ότι ο σκοπός μίας οργανωμένης ΛΟΑΤΚΙ+ κοινωνίας των πολιτών δεν είναι να καταλαμβάνει απλώς έναν χώρο στο τραπέζι των θεσμών, αλλά να διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι για τους οποίους δημιουργήθηκε αυτός ο χώρος εξακολουθούν να έχουν φωνή, εκπροσώπηση και πολιτική δύναμη.
Η μεγαλύτερη παγίδα της σημερινής περιόδου είναι ακριβώς η πεποίθηση, ότι επειδή ορισμένα δικαιώματα κατακτήθηκαν, το κίνημα που τα διεκδίκησε δεν είναι πλέον εξίσου απαραίτητο. Τα δικαιώματα, όμως, δεν αυτοσυντηρούνται, από την μία στιγμή στην άλλη μπορούν να περιοριστούν, να αμφισβητηθούν, να υπονομευθούν στην εφαρμογή τους ή να παραμείνουν γράμμα του νόμου όταν απουσιάζει η κοινωνική και πολιτική πίεση που τα προστατεύει. Η θεσμική πρόοδος χωρίς ισχυρή κοινωνία των πολιτών είναι εύθραυστη. Και αυτό είναι το πραγματικό ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει σήμερα το ελληνικό ΛΟΑΤΚΙ+ κίνημα, όχι απλώς το πως θα πετύχει την επόμενη νομοθετική αλλαγή, αλλά πώς θα εξασφαλίσει ότι θα εξακολουθεί να διαθέτει την οργανωτική, οικονομική και πολιτική ισχύ για να υπερασπιστεί όσα κερδήθηκαν και να διεκδικήσει όσα ακόμη δεν έχουν κερδηθεί.
Η ισότητα και τα δικαιώματα κατοχυρώνονται από τη νομοθεσία, όμως, η υπεράσπιση τους, απαιτεί διαρκώς ανθρώπους, οργανώσεις, κοινωνική βάση και πολιτική βούληση. Και δυστυχώς όταν αυτά αποδυναμώνονται, η θεσμική πρόοδος από μόνη της δεν αρκεί!
