Την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026, είχα τη χαρά και την τιμή να συμμετέχω στο Συνέδριο της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου - ΕΕΔΑ, με γενικό τίτλο: ECOSYSTEM: Ενισχύοντας τη θεσμική απόκριση στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τις διαθεματικές διακρίσεις.
Εγώ συμμετείχα στο πάνελ συζήτησης, το οποίο είχε να κάνει με την υποκαταγραφή των περιστατικών ρατσιστικής βίας, τις θεσμικές προκλήσεις, πρόσβαση στη δικαιοσύνη και την προστασία των θυμάτων.
Η παρέμβαση μου:
Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη και περήφανη για τη σημερινή εκδήλωση της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), για πολλούς και σημαντικούς λόγους.
Ένας από αυτούς είναι η ιδιαίτερη τιμή που έχω να είμαι μέλος της ΕΕΔΑ, αλλά και να έχω οριστεί από την Εθνική Επιτροπή, μαζί με τη συνεργάτιδά και καλή μου φίλη Κατερίνα Τρίμμη, ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ΕΣΡΜ). Μέσα από αυτή τη συμμετοχή είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω ενεργά σε όλες τις δράσεις και τις εκπαιδεύσεις του έργου ECOSYSTEM, καθώς και στη διαδικασία για την κατάρτιση και την υλοποίηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ΕΣΔ).
Επιπλέον, χαίρομαι ιδιαίτερα που σήμερα βλέπω ανάμεσά μας και εκπροσώπους επιχειρήσεων που είναι μέλη της Χάρτας Διαφορετικότητας, γιατί θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό οι επιχειρήσεις να διαθέτουν ουσιαστικούς και ασφαλείς μηχανισμούς καταγραφής και αναφοράς περιστατικών ρατσιστικής βίας ή διακριτικής μεταχείρισης, όταν αυτά συμβαίνουν στον χώρο εργασίας.
Επίσης, θα ήθελα να σας αναφέρω, ότι πριν από λίγες ημέρες βρέθηκα στη Μάλτα, στο πλαίσιο ενός exchange programme που διοργανώσαμε ως Diversity Charter Greece, σε συνεργασία με τη Χάρτα Διαφορετικότητας της Κύπρου και της Μάλτας. Είχαμε, μάλιστα, την ιδιαίτερη τιμή να συμμετέχει στην ανταλλαγή και η ΕΕΔΑ, εκπροσωπούμενη από τη Διευθύντριά της, Εύα Τζαβαλά. Στο πλαίσιο λοιπόν των συναντήσεών μας πραγματοποιήσαμε, μεταξύ άλλων, συνάντηση με την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Μάλτας, όπου ένα από τα ζητήματα που συζητήθηκαν ήταν ακριβώς αυτό που συζητάμε και σήμερα, η καταγραφή των περιστατικών βίας κατά ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων, αλλά και ο τρόπος διαχείρισης και θεσμικής αντιμετώπισής τους.
Στο θέμα μας... Θα ήθελα να ξεκινήσω από κάτι που θεωρώ κρίσιμο όταν μιλάμε για την υποαναφορικότητα της ρατσιστικής βίας. Δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε την απουσία μίας καταγγελίας ως απουσία της βίας. Το γεγονός ότι ένα περιστατικό δεν καταγγέλλεται και δεν φτάνει στην καταγραφή του, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και δεν έχει συμβεί. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι το θύμα μπορεί να μην αισθάνεται ότι έχει ασφαλή, προσβάσιμο, ανεμπόδιστο και αποτελεσματικό δρόμο προς τη δικαιοσύνη.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ρίζα του προβλήματος. Η υποαναφορικότητα ξέρετε, συνδέεται με ένα ευρύτερο περιβάλλον φόβου, ανασφάλειας και έλλειψης εμπιστοσύνης. Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας τόσο στην τελευταία έκθεση του, όσο και γενικότερα, επισημαίνει ότι τα θύματα αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές βίας και ότι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών που καταγράφηκαν την τελευταία περίοδο, δήλωσαν ότι είχαν βιώσει βία και στο παρελθόν. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μιλάμε πάντοτε για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Μιλάμε για συνανθρώπους μας που μπορεί να έχουν μάθει να ζουν με την προσδοκία ότι η βία εναντίον τους μπορεί να επαναληφθεί. Και αυτό ξέρετε είναι πολύ επικίνδυνο, καθώς η βία κανονικοποιείται. Όταν ένα άτομο αρχίζει να θεωρεί ότι η προσβολή, η απειλή, η επίθεση, η παρενόχληση ή ο αποκλεισμός είναι κάτι που απλώς "συμβαίνει" επειδή ανήκει σε μια συγκεκριμένη ομάδα, τότε η βία έχει ήδη πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από το να τραυματίσει μόνο ένα συγκεκριμένο θύμα. Έχει επιβάλει σιωπή σε μια ολόκληρη κοινότητα.
Γιατί σε όλη την κοινότητα; Γιατί τα ρατσιστικά εγκλήματα και οι ρατσιστικές επιθέσεις δεν απευθύνονται μόνο στο πρόσωπο που βρίσκεται απέναντι στον δράστη. Στέλνουν μήνυμα και στα υπόλοιπα άτομα που βρίσκονται στην ίδια κοινωνική ομάδα. Και όταν η απάντηση της κοινωνίας και των θεσμών δεν είναι επαρκής, το μήνυμα αυτό ενισχύεται. Η βία γίνεται αντιληπτή ως κάτι το αναπόφευκτο και η σιωπή ως ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο επίπεδο, εξίσου σημαντικό, που δεν είναι άλλο από τον φόβος της δευτερογενούς θυματοποίησης. Ένα θύμα μπορεί να φοβάται τον δράστη, αλλά μπορεί να φοβάται και το τι θα ακολουθήσει εάν καταγγείλει. Εκεί ακριβώς είναι που γεννιούνται ερωτήματα, "Θα με πιστέψουν;" "Θα χρειαστεί να αποδείξω ότι δεν προκάλεσα την επίθεση και αν ναι πως θα το κάνω;", "Θα αντιμετωπίσω αμφισβήτηση;", "Θα εκτεθώ ξανά;", "Θα με αντιμετωπίσουν με σεβασμό;", "Θα προστατευθώ μέχρι το τέλος της διαδικασίας ή θα με αφήσουν μόνο απέναντι σε ένα σύστημα που δεν γνωρίζω και που ίσως το ίδιο το σύστημα δεν γνωρίζει τον εαυτό του;"
Αυτά είναι κάποια ερωτήματα σε ότι αφορά την πρόσβαση που έχουμε ειδικά άτομα που ανήκουμε σε πιο ευάλωτες ομάδες στη δικαιοσύνη.
Και εδώ θα ήθελα να υπενθυμίσω πως, η πρόσβαση στη δικαιοσύνη δεν αρχίζει όταν μια υπόθεση φτάσει στο δικαστήριο, αλλά πολύ νωρίτερα. Από τη στιγμή που το θύμα θα αποφασίσει το αν θα απευθυνθεί σε κάποια οργάνωση ή στις αρχές. Συνεχίζεται κατά τη λήψη της καταγγελίας, κατά την ποινική διερεύνηση, μέχρι και την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας. Εάν σε οποιοδήποτε από αυτά τα στάδια το θύμα αισθανθεί ότι δεν προστατεύεται, ότι δεν ακούγεται ή ότι αντιμετωπίζεται πρώτα ως "πρόβλημα" και μετά ως θύμα, τότε το ίδιο το σύστημα είναι που παράγει υποαναφορικότητα.
Και φυσικά υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι ευαλωτότητες διασταυρώνονται. Πχ, εγώ είμαι μία τρανς γυναικα, ανάπηρη με κινητική βλάβη λόγω περιφερειακής αγγειοπάθειας και με χρόνιο καρδιολογικό θέμα υγείας. Κουβαλώ δηλαδή πολλαπλές ταυτότητες. Το ίδιο το Δίκτυο καταγράφει περιστατικά διατομεακής στοχοποίησης. Ένα άτομο μπορεί να στοχοποιείται ταυτόχρονα λόγω εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας, φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, έκφρασης ή ταυτότητας φύλου, αναπηρίας ή άλλου χαρακτηριστικού του. Άρα αυτό σημαίνει, ότι δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε ένα σύστημα προστασίας που αντιμετωπίζει το θύμα σαν να ανήκει σε μία μόνο κατηγορία.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ή να το προσπεράσουμε. Τα 61 περιστατικά που καταγράφηκαν από το Δίκτυο ήταν ανήλικα. Όταν ένα παιδί ή ένα ασυνόδευτο ανήλικο υφίσταται ρατσιστική βία, η υποχρέωση της Πολιτείας είναι ακόμη μεγαλύτερη. Δεν αρκεί μόνο η καταγραφή του, χρειάζεται προστασία, ψυχοκοινωνική στήριξη, ασφαλής πρόσβαση στις διαδικασίες και μια αντιμετώπιση που να λαμβάνει υπόψη την ηλικία και την ιδιαίτερη ευαλωτότητά του.
Όμως θα ήθελα να σταθώ και σε κάτι που ανέφερε και η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, κυρία Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη. Ότι σε πολλές περιπτώσεις οι δράστες ήταν ανήλικα παιδιά. Ξέρετε, αυτό μην σας ακούγετε κάτι μακρινό, μιλάμε για τα παιδιά σας, για τα παιδιά μας.
Επομένως, όταν μιλάμε για την αντιμετώπιση της υποαναφορικότητας, δεν θα έλεγα ότι χρειαζόμαστε απλώς περισσότερες καταγγελίες, αλλά το πως θα ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη. Και σίγουρα δεν μπορούμε να ζητάμε έτσι απλά από ένα άτομο που έχει πέσει θύμα να μας εμπιστευθεί. Αυτή κερδίζεται με σκληρή δουλειά από εμάς και γενικότερα από τους θεσμούς.
Επομένως χρειάζεται ένα σύστημα στο οποίο το θύμα να γνωρίζει που μπορεί να απευθυνθεί, να μπορεί πράγματι να απευθυνθεί, να έχει ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση δηλαδή, να καταγγείλει χωρίς φόβο, να έχει πρόσβαση σε κατάλληλη δωρεάν νομική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη και να προστατεύεται από τη δευτερογενή θυματοποίηση καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
Γιατί στην τελική αυτό που βλέπουμε είναι ότι υπάρχει ένας φαύλος κύκλος. Η βία παράγει φόβο, ο φόβος παράγει σιωπή, η σιωπή υποαναφορικότητα και η υποαναφορικότητα μπορεί να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση ότι το πρόβλημα είναι μικρότερο από όσο πραγματικά είναι. Και η αλήθεια είναι ότι όταν και η Πολιτεία δεν έχει πλήρη εικόνα της έκτασης του φαινομένου, δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο να σχεδιάσει αποτελεσματικές πολιτικές πρόληψης και προστασίας. Αλλά και όταν η οργανώσεις δεν έχουν τα πραγματικά στοιχεία στα χέρια τους είναι δύσκολο να ασκήσουν πίεση προς την πολιτεία. Γι αυτό και είναι πολύ σημαντική και καθοριστική η δουλειά τόσο των οργανώσεων που κάνουν καταγραφές, όσο και του ίδιου του Δικτύου. Και για αυτό οφείλουμε να στηρίζουμε όσο μπορούμε και τις οργανώσεις και φυσικά το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας.
Γι' αυτό, για μένα, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να πούμε στα θύματα "καταγγείλετε". Το πραγματικό ερώτημα είναι το τι έχουμε κάνει εμείς ώστε ένα θύμα να αισθάνεται αρκετά ασφαλές για να καταγγείλει.
Και κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω ότι η ευθύνη της Πολιτείας, μέσα σε όλα είναι όχι να περιμένει από τα θύματα να γίνουν πιο θαρραλέα, αλλά να δημιουργήσει ένα σύστημα δικαιοσύνης και προστασίας στο οποίο δεν θα χρειάζεται να έχει ένα θύμα το θάρρος για να ζητήσει το αυτονόητο, Προστασία και Δικαιοσύνη.
Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη
.jpg)

.jpg)
