Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Απόφαση-ορόσημο του ΔΕΕ. Απαιτεί νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου σε όλα τα κράτη μέλη



Μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση σηματοδοτεί η ιστορικής σημασίας Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-43/24 Shipova.

Με την απόφασή του, το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ οφείλουν να διαθέτουν λειτουργικές διαδικασίες νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου, ιδίως όταν η απουσία τους παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης.

Αυτή η απόφαση αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην προστασία των δικαιωμάτων των τρανς προσώπων στο ευρωπαϊκό δίκαιο και συνδέει ευθέως τη νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου με την αποτελεσματική άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων που απορρέουν από τις Συνθήκες και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ΔΕΕ, κλήθηκε να εξετάσει εάν η άρνηση ενός κράτους-μέλους να αναγνωρίσει νομικά την ταυτότητα φύλου πολίτη του, το οποίο πρόσωπο έχει ασκήσει το δικαίωμα μετακίνησης και διαμονής σε άλλο κράτος-μέλος, συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

Στην απόφασή του το ΔΕΕ τόνισε, ότι το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της ΕΕ, όπως κατοχυρώνεται μέσα από το Άρθρο 21 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να παρακωλύεται ουσιαστικά όταν τα επίσημα έγγραφα ενός προσώπου δεν αντιστοιχούν στην ταυτότητα φύλου του.

Τα ταυτοτικά έγγραφα και τα διαβατήρια αποτελούν βασικό εργαλείο άσκησης της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Η ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου και των στοιχείων που καταγράφονται στα ληξιαρχικά μητρώα και στα επίσημα δημόσια έγγραφα μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές δυσχέρειες σε καθημερινές καταστάσεις: από ελέγχους ταυτότητας και διασυνοριακές μετακινήσεις μέχρι συναλλαγές, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ή την ένταξη στην αγορά εργασίας.

Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν τη δυνατότητα νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου, προκειμένου οι πολίτες τους να μπορούν να αποκτούν ταυτοτικά έγγραφα, βάση στον αυτοπροσδιορισμό του κάθε ατόμου, που ανταποκρίνονται στην πραγματική του ταυτότητα.

Η απόφαση αυτή, δεν περιορίζεται στο ζήτημα της ελεύθερης κυκλοφορίας. Το ΔΕΕ συνδέει ρητά την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου με το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Επίσης, το ΔΕΕ υπενθυμίζει σοφά, τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία τα κράτη έχουν θετική υποχρέωση να παρέχουν γρήγορες, διαφανείς και προσβάσιμες διαδικασίες νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου.

Σημαντική είναι και η επισήμανση του Δικαστηρίου ότι η ανοχή σε διακρίσεις που βασίζονται στη διαφορά μεταξύ «βιολογικού φύλου" και «κοινωνικού φύλου" της ταυτότητας φύλου δηλαδή, θα συνιστούσε παραβίαση της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας των τρανς προσώπων.

Με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο εντάσσει την ταυτότητα φύλου στο ευρύτερο πλαίσιο προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της προσωπικής αυτονομίας, αξίες που βρίσκονται στον πυρήνα του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.

Η υπόθεση ξεκίνησε από μία τρανς γυναίκα βουλγαρικής καταγωγής, η οποία ζει στην Ιταλία.

Για σχεδόν μία δεκαετία τα βουλγαρικά δικαστήρια αρνούνταν να αναγνωρίσουν το φύλο και το όνομά της στα επίσημα έγγραφα.

Η άρνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο στη Βουλγαρία, το οποίο κατέστη ακόμη πιο περιοριστικό μετά την ερμηνευτική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας το 2023, σύμφωνα με την οποία τα βουλγαρικά δικαστήρια δεν μπορούν να εγκρίνουν καμία διόρθωση καταχωρισμένου φύλου, ονόματος ή προσωπικού αριθμού ταυτότητας στα ληξιαρχικά μητρώα.

Η πρακτική αυτή δημιούργησε μια de facto γενική απαγόρευση της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου.

Το ΔΕΕ έκρινε ότι μια τέτοια κατάσταση δεν είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης και υπογράμμισε ότι τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να παραμερίζουν εθνικές διατάξεις ή ερμηνείες που αντιβαίνουν στο ευρωπαϊκό δίκαιο.

Η σημασία της απόφασης υπερβαίνει την ατομική υπόθεση. Σήμερα, σε ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και η Σλοβακία, η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη ή πρακτικά αδύνατη.

Το Δικαστήριο αποσαφηνίζει ότι η πλήρης απουσία τέτοιας διαδικασίας είναι ασύμβατη με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όταν επηρεάζει την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η απόφαση ενισχύει έτσι τη θέση ότι η νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου δεν αποτελεί απλώς διοικητική διαδικασία, αλλά βασική προϋπόθεση για την ισότιμη συμμετοχή των τρανς προσώπων στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή.

Η απόφαση της υπόθεσης C-43/24 Shipova, υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση συνδέεται άρρηκτα με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Και ιδιαίτερα σήμερα, σε μια περίοδο όπου τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων αμφισβητούνται, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επαναβεβαιώνει ότι η ισότητα και η ελευθερία της προσωπικής ταυτότητας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ευρωπαϊκού νομικού κεκτημένου.

Το μήνυμα του ευρωπαϊκού δικαίου είναι σαφές, η ισότητα και ο σεβασμός της ταυτοτικής υπόστασης ενός συνανθρώπου μας, δεν μπορούν να τελούν υπό αίρεση.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Diversity News 



Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΛΟΑΤΚΙ+: Πρώτη η Ελλάδα ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, στις εγκληματικές "θεραπείες μεταστροφής"


 Οι ονομαζόμενες "θεραπείες μεταστροφής" ή "θεραπείες αλλαγής σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου", αποτελούν άκρως κακοποιητικές πρακτικές που επιχειρούν να παρουσιάσουν τη διαφορετικότητα ως παθολογία, ως ασθένεια και την ταυτοτική υπόσταση των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων ως κάτι που χρήζει «διόρθωσης". Πρόκειται για μια αντίληψη βαθιά αντιεπιστημονική, η οποία έχει απορριφθεί και καταδικαστεί τόσο από την ψυχιατρική/ψυχολογική και ιατρική κοινότητα διεθνώς, όσο και από διεθνείς οργανισμούς.

Στην ελληνική έννομη τάξη, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της προσωπικότητας και της ελεύθερης ανάπτυξης της ταυτότητας κάθε ατόμου, κατοχυρώνεται τόσο μέσα από το Σύνταγμα μας, όσο και από το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υπό το πρίσμα αυτό, οι εγκληματικές αυτές πρακτικές «μεταστροφής", συνιστούν μορφές ψυχολογικής και σωματικής κακοποίησης, στιγματισμού και βίας.

Στη χώρα μας οι κακοποιητικές αυτές πρακτικές, απαγορεύτηκαν νομικά μέσα από τον Ν.4958/2022. Η νομοθετική αυτή παρέμβαση αποτέλεσε από την μία ένα ουσιαστικό βήμα, ωστόσο η συζήτηση για την πλήρη και καθολική απαγόρευση των πρακτικών αυτών παραμένει ανοιχτή, ιδίως σε ό,τι αφορά την προστασία των ενηλίκων προσώπων από πιέσεις, χειραγώγηση, προσηλυτισμό ή άλλες καταχρηστικές πρακτικές.

Ανάμεσα στις ελλείψεις του νόμου και στις περιοριστικές προϋποθέσεις που θέτει, είναι ότι απαγορεύει τη διενέργεια αυτών των πρακτικών μόνο σε ευάλωτα πρόσωπα (ανήλικα ή ενήλικα που τελούν σε δικαστική συμπαράσταση υπό την έννοια του Αστικού Κώδικα), απαγορεύει τις πρακτικές «μεταστροφής" μόνο σε επαγγελματίες που τις εφαρμόζουν και μόνο έναντι οικονομικού ανταλλάγματος, και κυρίως ότι ο οποιοσδήποτε που εφαρμόζει αυτές τις πρακτικές σε ενήλικα πρόσωπα, θα πρέπει πρώτα να έχει εξασφαλίσει τη ρητή τους συναίνεση.

Δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο –επιστημονικό ή άλλο– τεκμήριο που να δεικνύει ότι ο σεξουαλικός προσανατολισμός ή η έκφραση ή η ταυτότητα φύλου ενός προσώπου μπορεί να μεταστραφεί, ενώ αντιθέτως ιατρικοί οργανισμοί προειδοποιούν ότι αυτές οι πρακτικές των «θεραπειών μεταστροφής" είναι βλαπτικές για τη ψυχική υγεία των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων.

Η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία (APA) έχει εκφράσει την αντίθεσή της στις ψυχιατρικές θεραπείες "που βασίζονται στην υπόθεση ότι η ομοφυλοφιλία ή η τρανς κατάσταση θεωρούνται ψυχικές ασθένειες ή βασίζονται στην υπόθεση ότι ένα πρόσωπο μπορεί να μεταβάλει τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου του". Επιπλέον περιγράφει τις πρακτικές αυτές ως ανήθικη πράξη.

Επίσης, ο Ειδικός Εμπειρογνώμονας των Ηνωμένων Εθνών σε θέματα Σεξουαλικού Προσανατολισμού και Ταυτότητας Φύλου, Victor Madrigal-Borloz, μέσα από αναφορά του προς τον ΟΗΕ, κάλεσε για παγκόσμια απαγόρευση (δίχως καμία εξαίρεση όπως συμβαίνει εν προκειμένω) αυτών των επικίνδυνων και βαθιά βλαπτικών πρακτικών.

Ομοίως, τον Μάρτιο του 2018 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε Ψήφισμα σχετικά με την κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην ΕΕ, με το οποίο καλωσορίζει τις πρωτοβουλίες των κρατών μελών για την απαγόρευση των «θεραπειών μεταστροφής" των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων, καλώντας όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ να υιοθετήσουν παρόμοια μέτρα. Προς την ίδια κατεύθυνση, το 2020, 60 μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ζήτησαν με επιστολή τους από τις Επιτρόπους Δικαιοσύνης, Věra Jourová, Ισότητας, Helena Dalli και Υγείας, Στέλλα Κυριακίδου να λάβουν μέτρα για να τερματίσουν αυτήν την πρακτική στην ΕΕ.

Επιπλέον, στο Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+, στο συγκεκριμένο κεφάλαιο για τις «θεραπείες μεταστροφής", προτείνεται η καθολική απαγόρευση αυτών των πρακτικών, καθώς και η τροποποίηση του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας ώστε να συμπεριλαμβάνει ρητώς και την έκφραση, ταυτότητα και χαρακτηριστικά φύλου.

Η νομοθεσία θα πρέπει να τροποποιηθεί και να βελτιωθούν τα συγκεκριμένα άρθρα της, έτσι ώστε να υπάρξουν οριζόντια μέτρα απαγόρευσης των βασανιστικών αυτών πρακτικών υπό οποιαδήποτε μορφή μπορεί να έχουν.


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Καμία δημοκρατία χωρίς πραγματική ισότητα φύλων


8 Μαρτίου – Διεθνής Ημέρα για τα Δικαιώματα των Γυναικών: Η ισότητα των φύλων, είναι ζήτημα δημοκρατίας, δικαιοσύνης και κατανομής εξουσίας.

Αναμφίβολα τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει σημαντικές κατακτήσεις, όμως οι γυναίκες, οι θηλυκότητες γενικότερα, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ανισότητες στην πρόσβαση στην εξουσία, στην εργασία, στην οικονομική αυτονομία και στη λήψη αποφάσεων. Ταυτόχρονα, τόσο στις παγκόσμιες, όσο και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, παρατηρούμε μια ανησυχητική οπισθοδρόμηση. Περιορισμούς στα αναπαραγωγικά δικαιώματα, αύξηση της έμφυλης βίας και ενίσχυση ρητορικών που επιχειρούν να επαναφέρουν παρωχημένα στερεότυπα για τον ρόλο των φύλων.

Η συζήτηση για την ισότητα, όμως, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις γυναίκες ως μια ενιαία κατηγορία. Η πραγματική ισότητα προϋποθέτει την αναγνώριση και τη συμπερίληψη όλων των προσώπων που βιώνουν διακρίσεις, αποκλεισμούς ή και βία που έχουν έμφυλη καταγωγή. Τα τρανς/φυλοδιαφορετικά άτομα συχνά βρίσκονται αντιμέτωπα με πολλαπλές και διασταυρούμενες μορφές διακρίσεων σε όλο το φάσμα της κοινωνικής ή ιδιωτικής τους ζωής, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην υγεία, ακόμα και στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Μια κοινωνία λοιπόν που επιδιώκει ουσιαστική ισότητα δεν μπορεί να αφήνει κανένα άτομο πίσω.

Η ενδυνάμωση των γυναικών, των κοριτσιών, θηλυκοτήτων, αλλά και γενικότερα κάθε ατόμου που βάλλεται από έμφυλες ανισότητες και βία, αποτελεί επένδυση για ολόκληρη την κοινωνία.

Όταν τα άτομα αυτά συμμετέχουν ισότιμα στην πολιτική, στην οικονομία και στη δημόσια ζωή, οι θεσμοί γίνονται πιο αντιπροσωπευτικοί, οι κοινωνίες πιο ανθεκτικές και οι αποφάσεις σαφώς πιο δίκαιες.

Αυτό σημαίνει συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, όπως:

  • Ενίσχυση της παρουσίας των γυναικών/θηλυκοτήτων στα κέντρα λήψης αποφάσεων,
  • Εξάλειψη των νομικών και θεσμικών διακρίσεων και μηδενική ανοχή στη βία με βάση το φύλο,
  • Ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση όλων των ατόμων στην εκπαίδευση, την υγεία και την οικονομική ανεξαρτησία, και
  • Πολιτικές που αναγνωρίζουν και προστατεύουν τα δικαιώματα των τρανς και γενικότερα φυλοδιαφορετικών προσώπων, όπως των μη δυαδικών ατόμων.

Η ισότητα των φύλων είναι ζήτημα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Και κάθε φορά που η αξιοπρέπεια μιας γυναίκας ή ενός τρανς/φυλοφιαφορετικού ατόμου υπονομεύεται, δεν περιορίζεται μόνο η δική του ελευθερία. αλλά η ελευθερία όλων μας.

Ένας πιο ισότιμος κόσμος δεν είναι μόνο πιο δίκαιος, είναι και πιο δημοκρατικός, πιο ασφαλής και πιο βιώσιμος για κάθε άτομο!


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη


Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2026

Για την ασφάλεια των τρανς ατόμων

 

Photo: avmag.gr

Η ασφάλεια των τρανς προσώπων, δεν αποτελεί κοινωνικό αίτημα ηθικού χαρακτήρα, ούτε ζήτημα της όποιας «ανοχής».

Αντιθέτως, συνιστά πυρηνική υποχρέωση του κράτους δικαίου, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αρχή της ισότητας, την απαγόρευση των διακρίσεων και την αποτελεσματική προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Υπό αυτή τη θεώρηση, η απάντηση στο ερώτημα εαν τα τρανς άτομα μπορούν σήμερα να νιώθουν ασφαλή στην Ελλάδα, είναι πως όχι.

Η έννοια της νομικής ασφάλειας προϋποθέτει προβλεψιμότητα των κανόνων, καθολική ανεμπόδιστη πρόσβαση στα δικαιώματα και ουσιαστική εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου. Το ισχύον ελληνικό νομικό πλαίσιο για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου (Ν.4491/2017), παρά τον μεταρρυθμιστικό του χαρακτήρα, εξακολουθεί να ενσωματώνει δομικές ασυμβατότητες με το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαδικασία εξακολουθεί και παραμένει δικαστική, υπάρχει έμμεση αξιολόγηση της ταυτότητας φύλου η οποία γίνεται από κρατικά όργανα, υπάρχουν ηλικιακοί περιορισμοί, αποκλείονται τα μη δυαδικά άτομα, εξαιρούνται της διαδικασίας τα τρανς άτομα με προσφυγικό προφίλ και γενικότερα δεν βασίζεται καθαρά στον αυτοπροσδιοριμό του προσώπου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η ταυτότητα φύλου εμπίπτει στον πυρήνα του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ[1]. Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ έχει απορρίψει ρητά κάθε απαίτηση ιατρικής ή ψυχιατρικής «απόδειξης» ως προϋπόθεση νομικής αναγνώρισης, κρίνοντας ότι τέτοιες απαιτήσεις παραβιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ιδιωτική ζωή.

Παράλληλα, σε υποθέσεις όπως η X και Y κατά Ρουμανίας (2021), το Δικαστήριο τόνισε ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή η πρακτική αδυναμία πρόσβασης στη νομική αναγνώριση συνιστά παραβίαση της ΕΣΔΑ. Το ελληνικό σύστημα, με τη γραφειοκρατική και δικαστικοκεντρική του φύση, εξακολουθεί να παράγει αντίστοιχα αποτελέσματα ανασφάλειας. Η ανασφάλεια αυτή δεν περιορίζεται στη σφαίρα της ταυτότητας, αλλά επεκτείνεται σε όλους τους τομείς όπως στην εργασία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, παντού. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναγνωρίσει ότι οι διακρίσεις λόγω ταυτότητας φύλου εμπίπτουν στην έννοια της διάκρισης λόγω φύλου[2]. Παρά τη σαφή αυτή νομολογία, η εφαρμογή της αρχής αυτής στην Ελλάδα παραμένει αποσπασματική, με ανεπαρκείς μηχανισμούς πρόληψης και καταστολής των διακρίσεων. Με λίγα λόγια, παρότι υπάρχει στη χώρα μας ο Ν.4443/2016 της ίσης μεταχείρισης, αυτός δεν εφαρμόζεται ρητά στην πράξη, με αποτέλεσμα η ίση μεταχείριση για τα τρανς πρόσωπα να παραμένει ένα κενό γράμμα.

Επίσης, που έρχονται στο φως, αποτυπώνουν μια πραγματικότητα επαναλαμβανόμενης τρανσφοβικής βίας, η οποία σπανίως οδηγεί σε ουσιαστική ποινική ή διοικητική λογοδοσία. Η αποτυχία του κράτους να διερευνά αποτελεσματικά εγκλήματα μίσους αντίκειται στη νομολογία του ΕΔΔΑ περί θετικής υποχρέωσης προστασίας[3].

Η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το θεσμικό αποτέλεσμα, ιδίως όταν πρόκειται για ομάδες που τελούν υπό αυξημένη ευαλωτότητα και ιστορική στοχοποίηση. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, επιλέγει συστηματικά να προβάλλει διεθνώς ένα «φιλελεύθερο» και «δικαιωματικό» προσωπείο, χωρίς όμως να το συνοδεύει με δεσμευτικές, συνεκτικές και αποτελεσματικές εθνικές πολιτικές για τα ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιώματα. Η απουσία μίας επικαιροποιημένης και ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής, με σαφείς δείκτες εφαρμογής, χρονοδιαγράμματα και πραγματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας, συνιστά ξεκάθαρα μία θεσμική αποτυχία προστασίας.

Η αποτυχία αυτή αποκτά χαρακτήρα παραβίασης των θετικών υποχρεώσεων του κράτους, όπως αυτές απορρέουν από το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με το άρθρο 8. Σύμφωνα με παγία νομολογία του ΕΔΔΑ, τα κράτη δεν υποχρεούνται μόνο να απέχουν από διακριτικές πρακτικές, αλλά και να λαμβάνουν ενεργά μέτρα για την πρόληψη, αποτροπή και αποδοκιμασία διακρίσεων, ιδίως όταν αυτές εκδηλώνονται μέσω δημόσιου λόγου που στοχοποιεί μειονοτικές ομάδες[4].

Η κυβερνητική ευθύνη εντείνεται όταν ο ίδιος ο πολιτικός λόγος της εκτελεστικής εξουσίας συμβάλλει στην κανονικοποίηση αποκλειστικών αφηγήσεων. Η δημόσια αναφορά του ΠΘ στην ύπαρξη «δύο φύλων», τοποθέτηση που ακολούθησε χρονικά αντίστοιχες δηλώσεις του Τραμπ, δεν μπορεί να εκληφθεί ως ουδέτερη ή άνευ συνεπειών. Αντιθέτως, συνιστά πολιτική δήλωση με κανονιστικό φορτίο, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το ευρωπαϊκό δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη σύγχρονη επιστημονική γνώση και τη νομολογία του ΕΔΔΑ περί σεβασμού της ταυτότητας φύλου ως στοιχείου της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ).

Περαιτέρω, η συστηματική απουσία ρητής, δημόσιας και θεσμικής αποδοκιμασίας τρανσφοβικού και ομοφοβικού λόγου από βουλευτές και στελέχη του κυβερνώντος κόμματος επιτείνει το πρόβλημα. Δηλώσεις απαξιωτικού ή στοχοποιητικού χαρακτήρα κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, όπως εκείνες γνωστής ευρωβουλεύτριας της παράταξης, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τη θετική υποχρέωση του κράτους να προστατεύει τα άτομα από διακρίσεις και ρητορικές μίσους. Η ανοχή τέτοιων παρεμβάσεων συνιστά παθητική συνενοχή και παραβίαση της υποχρέωσης του κράτους να διασφαλίζει ένα δημόσιο περιβάλλον απαλλαγμένο από διακριτικές και στιγματιστικές πρακτικές.

Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όταν ο δημόσιος λόγος της εξουσίας ενισχύει ή δεν αποδοκιμάζει επαρκώς αφηγήσεις αποκλεισμού, το κράτος αποτυγχάνει να εκπληρώσει τις θετικές του υποχρεώσεις και δημιουργεί συνθήκες θεσμικής ανασφάλειας για τις στοχοποιούμενες ομάδες. Η ισότητα, υπό αυτή την έννοια, δεν παραβιάζεται μόνο με πράξεις αλλά και με παραλείψεις. Και στην περίπτωση των τρανς και γενικότερα των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στην Ελλάδα, οι παραλείψεις αυτές έχουν καταστεί συστημικές.

Το ζήτημα αποκτά διεθνή διάσταση υπό το φως των εξελίξεων στις ΗΠΑ. Η επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ συνοδεύεται από πολιτικές που περιορίζουν συστηματικά τα τρανς δικαιώματα. Οι εξελίξεις αυτές λειτουργούν ως αρνητικό κανονιστικό προηγούμενο, ενισχύοντας τη διεθνή τάση επαναπολιτικοποίησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συνεπώς, το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο. Όσο η ταυτότητα φύλου παραμένει αντικείμενο κρατικού ελέγχου και πολιτικής διαπραγμάτευσης, τα τρανς άτομα δεν μπορούν να νιώθουν και να είναι ασφαλή. Η ασφάλεια ξέρετε πέραν των άλλων, είναι και νομικό αποτέλεσμα. Και αυτό το αποτέλεσμα προϋποθέτει πλήρη δικαιώματα στον αυτοπροσδιορισμό, αποτελεσματική προστασία από τις διακρίσεις και πολιτική βούληση συμβατή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Σε αυτές τις συνθήκες, η ασφάλεια των τρανς προσώπων δεν αποτελεί εγγύηση της δημοκρατίας, αλλά κριτήριο της ανεπάρκειάς της!


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη 

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Antivirus

Πηγές:
[1](βλ. Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 2002· A.P., Garçon και Nicot κατά Γαλλίας, 2017)
[2] (βλ. υπόθεση P v S and Cornwall County Council, C-13/94)
[3] (βλ. Identoba κ.ά. κατά Γεωργίας, 2015)
[4] (βλ. Identoba κ.ά. κατά Γεωργίας, 2015)

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

3 Δεκεμβρίου – Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία


Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ανακήρυξε το 1992 την 3η Δεκεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία.

Μία ημέρα που δεν είναι απλώς συμβολική, αλλά μία ημέρα ευαισθητοποίησης, διεκδίκησης, ενημέρωσης και υπενθύμισης προς την ευρύτερη κοινωνία για τα πολλαπλά εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα ανάπηρα άτομα ή τα άτομα με αναπηρίες, τα άτομα με χρόνιες ή σπάνιες παθήσεις/δυσκολίες και οι οικογένειές τους. Είναι ημέρα αγώνα για την κατοχύρωση και την εμπέδωση των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και της αξιοπρέπειάς μας.

Η Πολιτεία οφείλει άμεσα να επεκτείνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης (Άρθρο 24 του Ν. 4443/2016 και 74 του Ν. 4488/2017) για λόγους αναπηρίας ή χρόνιας/σπάνιας πάθησης πέρα από τον χώρο της εργασίας και σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής όπως στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην προσβασιμότητα, στις μετακινήσεις, στις δημόσιες υπηρεσίες, στον πολιτισμό, στη δικαιοσύνη…παντού.

Η συμπεριληπτική εκπαίδευση πρέπει να εφαρμοστεί στην πράξη, χωρίς εξαιρέσεις και υποσημειώσεις, σε όλες τις βαθμίδες, ώστε κάθε παιδί και κάθε νέο ανάπηρο άτομο ή με χρόνια/σπάνια πάθηση ή και δυσκολία, να έχει πραγματικά ίσες ευκαιρίες εκπαίδευσης, μάθησης, αλλά και συμμετοχής.

Στην επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, η Ελλάδα οφείλει να κάνει το αυτονόητο, να συμπεριλάβει ρητά στο άρθρο 5, παρ. 2, την αναπηρία, τις χρόνιες ή σπάνιες παθήσεις, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την έκφραση, την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά φύλου. Και όχι μόνο να προστατεύεται η ζωή, η τιμή και η ελευθερία, αλλά να διασφαλίζεται επιπλέον η απόλυτη προστασία των ανθρώπινων και κοινωνικών δικαιωμάτων, καθώς και η ποινική τιμωρία όσων παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης, είτε με πράξη είτε με λόγο. Μία τεράστια ευκαιρία χάθηκε το 2018–2019 και δεν πρέπει να χαθεί άλλη.

Αν πραγματικά επιδιώκουμε έναν συμπεριληπτικό και προσβάσιμο γραπτό λόγο, οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τη χρήση του «@». Για τους τυφλούς συνανθρώπους μας, τα συστήματα ανάγνωσης δεν μπορούν να το αποδώσουν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται νέα εμπόδια αντί να αίρονται. Το «@» (παπάκι) λοιπόν δεν μας χρειάζεται, καθώς μόνο συμπεριληπτικό δεν είναι.

Δεν ξεχνάμε επίσης ότι δεν αλλάζουμε ποτέ τον τόνο της φωνής μας όταν μιλάμε με ανάπηρα άτομα. Και όταν ένα άτομο έχει συνοδό, απευθυνόμαστε στο ίδιο το άτομο, όχι στον συνοδό του. Το ίδιο ισχύει και για τα κωφά ή βαρήκοα άτομα: μιλάμε σε αυτά, όχι στο άτομο που κάνει τη διερμηνεία νοηματικής.

Οι λέξεις έχουν σημασία. Οι ΑμεΑ συνάνθρωποί μας αυτοπροσδιορίζονται ως ανάπηρα άτομα ή άτομα με αναπηρία, όχι «άτομα με ειδικές ανάγκες». Ειδικές ανάγκες έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Οι ανάγκες των ανάπηρων ατόμων δεν είναι ειδικές, αλλά είναι ουσιαστικές, καθημερινές και ανθρώπινες. Η ανάγκη για ράμπα, για ασανσέρ, για προσβάσιμο πεζοδρόμιο ή για κατάλληλο εξοπλισμό δεν είναι «ειδική». Η απουσία τους είναι διάκριση, αποκλεισμός και κακοποίηση.

Επίσης, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις αναπηρίες που είναι λιγότερο ορατές, πιο «σιωπηλές»: τις χρόνιες και σπάνιες παθήσεις ή δυσκολίες. Ανάμεσά τους, οι καρδιολογικές παθήσεις που αποτελούν ένα τεράστιο -και πολύ συχνά αθέατο- κομμάτι της αναπηρίας και της χρόνιας νόσου.

Τα άτομα με καρδιοπάθειες, συγγενείς ή επίκτητες, ζουν με περιορισμούς που δεν φαίνονται και τόσο εύκολα. Δύσπνοια, εξάντληση, αρρυθμίες, πόνο, μειωμένη ανοχή στην άσκηση, φόβο νέου επεισοδίου, ανάγκη για συχνές ιατρικές εξετάσεις, αλλαγές στην καθημερινότητα ή και στην εργασία. Η κοινωνία, όμως, αντιμετωπίζει συχνά αυτές τις παθήσεις σαν κάτι «περαστικό» ή σαν κάτι που εφόσον δεν «φαίνεται», δεν υπάρχει. Η αορατότητα αυτή οδηγεί σε παραμέληση των δικαιωμάτων των καρδιοπαθών προσώπων, σε ανεπαρκή αξιολόγηση αναπηρίας και σε έλλειψη υποστηρικτικών δομών.

Η πρόσβαση σε έγκαιρη διάγνωση, σε σύγχρονη καρδιολογική φροντίδα, σε αποκατάσταση, σε ανακουφιστικές υπηρεσίες, αλλά και κυρίως σε αναπηρικά ποσοστά που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά είναι δικαίωμα. Όπως δικαίωμα είναι και η κοινωνική κατανόηση, να μην κρίνεται ένα άτομο από το αν «φαίνεται» εάν έχει μία δυσκολία, να μην αμφισβητείται ο πόνος, η κόπωση ή η αδυναμία του και να μη χρειάζεται να αποδεικνύει συνεχώς τη δυσκολία του για να γίνει πιστευτό.

Και τα γράφω όλα αυτά ως μία τρανς γυναίκα ανάπηρη, με νεκρωμένο μη λειτουργικό το μεγαλύτερο τμήμα της καρδιάς μου έπειτα από πολλαπλά πρόσθια εμφράγματα του μυοκαρδίου και με μία περιφερική αγγειοπάθεια που περιορίζει δραστικά τη βάδισή μου. Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει να συμβιώνεις την αναπηρία ή τη δυσκολία σου, καθώς επίσης να διεκδικείς το αυτονόητο: σεβασμό, αξιοπρέπεια, πρόσβαση και ισότητα είναι ένα κάλεσμα για δράση, για να χτίσουμε μια κοινωνία πραγματικά συμπεριληπτική, προσβάσιμη και ανθρώπινη.

Γιατί η αναπηρία, οι χρόνιες παθήσεις και δυσκολίες, δεν είναι αδυναμία. Αδυναμία είναι η μη συμπερίληψη τους σε όλους τομείς από την Πολιτεία!


Άννα Απέργη Κωνσταντινίδη


1 Οκτωβρίου | Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων Προσώπων

Σήμερα, 1 Οκτωβρίου, είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ηλικιωμένων Προσώπων. Όταν μιλάμε για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ηλικιωμένων ...